Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Αναζήτηση Της Shepard

(Ο κόσμος του Mass Effect είναι ίσως ο πιο σημαντικός κόσμος Επιστημονικής Φαντασίας μετά από το Star Wars και το Star Trek. Η εταιρία Bioware έχει σχηματίσει με τόση προσοχή και ρεαλισμό τα στοιχεία του κόσμου αυτού, ώστε πολλοί παίκτες του Mass Effect μετετράπησαν με τον καιρό σε πιστούς οπαδούς.
Η ιστορία αυτή είναι γραμμένη για την Τατιάνα, η οποία, μετά από το τέλος του Mass Effect 3 Extended Cut ζήτησε την επανένωση Shepard-συντρόφων.
Δεν έχω πνευματικά δικαιώματα στη συγκεκριμένη ιστορία. Όλα τα στοιχεία που αναφέρονται είναι πνευματική ιδιοκτησία των εταιριών Bioware / Electronic Arts.)



Αναζήτηση Της Shepard

Τέσσερις ημέρες μετά από την καταστροφή των Reapers, ο γαλαξίας παρέμενε απρόσμενα σιωπηλός. Το πλήρωμα του Normandy δεν είχε συναντήσει ούτε ένα πειρατικό σκάφος, ούτε καν μια μικρή αρμάδα λαθρεμπόρων στην πορεία επιστροφής του στη Γη. Ήταν λες και ακόμα κι ο γαλαξιακός υπόκοσμος τιμούσε τη μνήμη των πεσόντων.
Στους μεταλλικούς, κρύους διαδρόμους του Normandy επικρατούσε ανάλογη ησυχία. Η Liara έβγαινε από το θάλαμό της μόνο για να καθίσει στο πιλοτήριο, δίπλα στο Jeff. Δε τολμούσε, όμως, να πάρει την κενή θέση της EDI. Ο Jeff είχε ακουμπήσει επάνω στο κάθισμα μια μικρή πλακέτα μνήμης, δώρο της ίδιας της EDI όταν πρωτοκατέλαβε το μηχανικό σώμα της δόκτωρος Eva. Την τοποθετούσε πάντα επίτηδες σε εκείνο το κάθισμα, καθώς δεν ήταν ακόμη έτοιμος να νιώσει ξανά παρουσία σε εκείνο το σημείο του πιλοτηρίου.
Το νέο ζευγάρι του πληρώματος, Tali και Garrus, προσπαθούσε να βρει μια σπίθα ελπίδας για νέο ξεκίνημα μέσα σε όλη την καταστροφή. Δε προβάλλανε τη σχέση τους μπροστά στους άλλους, για να μη προκαλέσουν, αλλά κρύβονταν στο χώρο εργασίας του Garrus.
Ο Kaidan περνούσε τον περισσότερο χρόνο του κάτω, στο οπλοστάσιο, καθαρίζοντας και συναρμολογώντας όπλα μαζί με το James και το Steve. Ο καθένας τους είχε βουβό πόνο για το χαμό της διοικήτριας αλλά προσπαθούσαν να δείχνουν άνετοι και ανθεκτικοί προς τα έξω.
Το Javik δε τον έβλεπε κανείς. Ούτε και θέλανε να τον ξανασυναντήσουν. Ο Javik ήταν ανέκαθεν δύσκολος χαρακτήρας και το πλήρωμα αποπειράθηκε πολλές φορές να τον πλησιάσει και να τον καταλάβει καλύτερα, αλλά μετά από το περιστατικό με εκείνον και το στραγγαλισμένο πτώμα της δεσποινίδος Allers έξω από το airlock τα πράγματα αλλάξανε σε μόνιμη βάση.
Στο πιλοτήριο η Liara βρισκόταν καρφωμένη στο τζάμι, με τα μάτια της ορθάνοιχτα. Η ταλαιπωρημένη μαυρισμένη Γη φαινόταν στο βάθος.
«Επιτέλους,» μονολόγησε, «φτάνουμε. Jeff, πόση ώρα απομένει μέχρι την προσεδάφιση;»
«Περίπου τρία τέταρτα» απάντησε εκείνος χωρίς να πάρει τα μάτια του από τα όργανα του σκάφους.
«Δε μπορείς να πας πιο γρήγορα;» είπε ανυπόμονη.
Ο Jeff αναστέναξε έντονα. Ενεργοποίησε τον αυτόματο πιλότο και γύρισε να την κοιτάξει αγανακτισμένος.
«Liara, όλοι ανυπομονούμε να βρούμε τη διοικήτρια. Η Συμμαχία επισκεύασε κι ενεργοποίησε στα γρήγορα το πρώτο mass relay αποκλειστικά για να επιστρέψουμε εμείς πίσω στη Γη και να την ψάξουμε. Και τουλάχιστον εκείνη, υπάρχει ακόμα ελπίδα να τη βρούμε ζωντανή, ενώ-»
Έριξε μια ματιά στο άδειο κάθισμα της EDI και έκοψε απότομα το λόγο του. Χαμήλωσε το βλέμα και απενεργοποίησε τον αυτόματο πιλότο.
Η Liara τον πλησίασε και του έπιασε τους ώμους.
«Συγγνώμη» είπε και απομακρύνθηκε με γρήγορα βήματα, μπαίνοντας στον ανελκυστήρα με προορισμό το οπλοστάσιο.
Ο Jeff προσπάθησε να εντοπίσει το τελευταίο σημείο προσεδάφισης του Normandy, εκεί όπου η χωριστήκανε από τη διοικήτριά τους. Ελλάτωσε ταχύτητα και, λίγα λεπτά μετά, το Normandy ακούμπησε τη ρημαγμένη επιφάνεια της Γης, ανάμεσα σε συντρίμια και φλόγες.
Πριν η ράμπα του αεροσκάφους προλάβει να ακουμπήσει στο ταλαιπωρημένο έδαφος της Γης, η Liara είχε ήδη πεταχτεί έξω και έψαχνε για ίχνη ζωής ανάμεσα στα συντρίμμια. Ακολούθησαν η Tali με το Garrus, έχοντας τα όπλα τους ενεργοποιημένα και έτοιμα για κάθε ενδεχόμενο.
Ο Kaidan ετοιμάστηκε να βγει με τους άλλους, αλλά κάτι μέσα του τον κράτησε στο κατώφλι της εξόδου. Κοίταζε τη Liara, που είχε ήδη απομακρυνθεί αρκετά, να ψάχνει με αγωνία. Η αναπνοή της ακούγοταν γρήγορη και δυνατή, ακόμα κι από τέτοια απόσταση. Χαμογέλασε για μια στιγμή και ύστερα επέστρεψε στο οπλοστάσιο. Μαζί με το Steve αποφασίσανε να ετοιμάσουν το φορείο και τις πρώτες βοήθειες, καθώς αυτό ήταν ουσιαστικά και το πρώτο βήμα της αποστολής τους από τότε που επιστρέψανε στη Γη. Όσος καιρός κι αν περνούσε μέχρι να εντοπίσουν τη διοικήτρια, το ιατρείο έπρεπε να είναι έτοιμο από την αρχή.
Ο James μαζί με το Garrus και την Tali φροντίσανε να ασφαλίσουν την περίμετρο γύρω από το Normandy. Τελικά, κρίνανε πως δεν υπήρχε ούτε ίχνος εχθρού στον ορίζοντα.
«Πώς εξαφανίστηκαν όλα μαζί;» ρώτησε ο James. Το ίδιο αναρωτιόταν και οι άλλοι δύο. Όσο κι αν προσπαθούσαν, δε βρίσκανε ούτε ένα κατεστραμμένο husk. Μόνο τα σώματα των Reapers είχαν απομείνει στο πεδίο της μάχης. Ακόμα και πεσμένα στο έδαφος, έμοιαζαν με υψωμένα ογκώδη σκοτεινά μνημεία, διάσπαρτα στην επιφάνεια του πλανήτη, απομεινάρια αρχαίων, ανίκητων γαλαξιακών θεών που παίξανε με τους εύθραυστους θνητούς και τελικά χάσανε.
Η Tali σάρωσε στα γρήγορα την περιοχή με το omni εργαλείο της.
«Παρόλο που δεν υπάρχει τίποτα τριγύρω, η ραδιενέργεια των husks γεμίζει ακόμα την ατμόσφαιρα, δονούμενη σε όλες τις συχνότητες» παρατήρησε. «Φαίνεται πως όλες οι μονάδες που ελέγχονταν από τους Reapers διασπάστηκαν και διαλύθηκαν στιγμιαία από την ενέργεια που εξέπεμπψε το Crucible.»
Ο James κοίταξε με νοήμα προς τη μεριά του πιλοτηρίου και μετά γύρισε προς την Tali.
«Η EDI δεν ήταν όργανο των Reapers. Θυμάσαι, όμως, τί συνέβη όταν η ακτίνα έπιασε το Normandy, έτσι δεν είναι; Και αυτά που ακούσαμε όταν ξαναβρήκαμε τη Συμμαχία; Ότι όσες μονάδες geth βρισκόταν στα σκάφη των quarians απενεργοποιήθηκαν μόλις πιαστήκανε στην ακτίνα; Και η αρμάδα των geth; Γιατί δεν επέστρεψε; Πού βρίσκονται;»
Η Tali σκέφτηκε για λίγο.
«Όλα όσα ανέφερες αφορουν συνθετική νοημοσύνη» παρατήρησε. «Με κάποιον τρόπο, η ενέργεια του Crucible απενεργοποίησε όλες τις μονάδες συνθετικής νοημοσύνης. Από τα σχεδόν άβουλα husks μέχρι και τους ανεξάρτητους Reapers. Ίσως γι’ αυτό η προσωπικότητα της EDI χάθηκε από το σώμα της δόκτορος Eva και από το θάλαμο τεχνητής νοημοσύνης του Normandy, αλλά το ίδιο το σκάφος παρέμεινε ανέπαφο, όπως και τα όπλα μας.»
«Και τα mass relays;» ρώτησε ο James.
«Κατασκευάσματα των Reapers, μυστήρια περίπτωση» εξήγησε εκείνη. «Αν καταφέρω κάποια μέρα να μελετήσω αναλυτικά την εσωτερική δομή ενός mass relay, ίσως τότε να μπορέσω-»
Ο Garrus μπήκε στη συζήτηση, δικόπτωντάς την.
«Συγγνώμη που σας αποσπώ την προσοχή από μια συζήτηση που πραγματοποιείται σε μια εξαιρετικά ακατάλληλη ώρα, αλλά δε μπορώ να βρω τη Liara.»
Η Liara είχε απο την αρχή βγάλει και πετάξει το κράνος της κι έτσι ήταν αδύνατο να την ενοπίσουν μέσω ασύρματης επικοινωνίας. Χωρίς σταματημό, με τα πόδια της πλέον μουδιασμένα από την ένταση, συνέχιζε να γυρνάει στα ερείπια. Είχε ήδη αρχίσει να κουράζεται από την κατάχρηση των βιοτικών της δυνάμεων. Σήκωνε κάθε βράχο, κάθε πεσμένο τοίχο, κάθε mako. Μερικές φορές μετακινούσε ολόκληρα πυραυλοφόρα οχήματα. Μέσα στο μυαλό της είχε ήδη σχεδιάσει την ευρύτερη πορεία που θα ακολουθούσε, σε άλλες πόλεις, αν δε την έβρισκε στο Λονδίνο. Για τη Liara η απόσταση δεν ήταν πλέον εμπόδιο. Καθώς έτρεχε μανιασμένα και πάλευε με τη σκόνη στα μάτια της και τις φλόγες που δε σταματούσαν πουθενά, θυμόταν την πρώτη της συνάντηση με τη Shepard στο Therum. Έφερε στο μυαλό της τις στιγμές που περάσανε μαζί, λίγο πριν τον Ilos και την επανασύνδεσή τους δύο χρόνια αργότερα. Τα συναισθήματά της για εκείνη γινόταν κάθε φορά όλο και πιο έντονα.
«Δε πρόκειται να σε χάσω ξανά» επαναλάμβανε μέσα της. Η εσωτερική της ισορροπία είχε χαθεί. Λειτουργούσε μοναχά σα μια βιοτική μηχανή που καθάριζε το τοπίο στο πέρασμά της. Η εικόνα της αγαπημένης της είχε κολλήσει στο μυαλό της και δεν έφευγε για τίποτα στον κόσμο. Αν περνούσε ακόμα μερικές μέρες σε αυτή την κατάσταση, η Liara θα χρειαζόταν οπωσδήποτε ψυχοθεραπεία για να επανέλθει σε ένα σχεδόν αποδεκτό επίπεδο λειτουργίας.
«Δε πρόκειται να σε χάσω ξανά» ακουγόταν η αγωνία μέσα της. Τα μάτια της είχαν κοκκινίσει από κούραση και αυξανόμενη απελπισία. Για κάθε βράχο που σήκωνε, για κάθε ένα όχημα κάτω από το οποίο δεν έβρισκε τη Shepard, απελπιζόταν. Αλλά, μέσα σε μια στιγμή, έτρεχε στο επόμενο σημείο και η ελπίδα της ξεκινούσε πάλι από την αρχή.
«Δε πρόκειται να σε χάσω ξανά» φώναζαν μέσα της, η ελπίδα και η απελπισία ταυτόχρονα. Δεν είχε άλλη αντοχή. Ο πόλεμος και η αγωνία την είχαν εξαντλήσει. Έπεσε στο έδαφος, αποκαμωμένη. Η όρασή της ήταν σε άθλια κατάσταση. Η σκόνη την ανάγκαζε να ανοιγοκλείνει τα μάτια της συνέχεια. Η κούραση θόλωνε το τοπίο γύρω της. Η απογοήτευση είχε αρχίσει τώρα να αγγίζει την καρδιά της.
Μόνο η εικόνα της αγαπημένης της είχε απομείνει ανέπαφη και καθαρή. Της φάνηκε πως η εικόνα ζωντάνεψε. Πως την πλησίασε και την πήρε αγκαλιά ξανά, όπως τόσο λίγες φορές είχε την ευκαιρία να κάνει μέσα στη φωτιά αυτού του απέλπιδου πολέμου. Θυμήθηκε πώς ήταν να βρίσκεται μέσα στην αγκαλιά της. Θυμήθηκε το χαμόγελο της αγαπημένης της, το απαλό δέρμα της, την αίσθηση των χειλιών της. Τη λάμψη και το χρώμα των ματιών της, καθώς ξαπλώνανε μαζί για τελευταία φορά.
Τινάχτηκε όρθια. Υποβασταζόμενη μόνο από τα βιοτικά της, έλαμπε ολόκληρη μέσα στο σκοτάδι, αιωρούμενη λίγα εκατοστά πάνω από το έδαφος. Της φάνηκε πως άκουσε το όνομά της από μακριά. Η υπόλοιποι από την ομάδα της πλησίαζαν. Χωρίς να δώσει σημασία, γύρισε το βλέμμα της προς την άλλη μεριά.
Και τότε, την είδε. Περίπου πενήντα μέτρα μακριά της, ξαπλωμένη ανάσκελα ανάμεσα στα συντρίμια, η διοικήτρια ανέπνεε. Πολύ αργά, αλλά σταθερά.
«SHEPARD!» ακούστηκε άγρια μέσα στην νύχτα η στριγκλιά της.
Μπορούσαν να διακρίνουν τρόμο στο ουρλιαχτό της, περισσότερο από όσο διέκριναν χαρά. Ίσως ούτε και η ίδια τελικά να ήλπιζε ότι θα κατάφερνε να τη βρει, ειδικά ζωντανή.
Χρησιμοποιώντας ξανά τα βιοτικά της, σχεδόν εκτοξεύτηκε δίπλα στη διοικήτρια. Μέσα σε τρία δευτερόλεπτα είχαν απομείνει να τις χωρίζουν μόνο δύο μέτρα. Μπορούσε πια να την ακούσει να αγωνίζεται για την κάθε της αναπνοή.
Αν η Liara δεν είχε προσκυνήσει κανέναν πιο πριν στη ζωή της, το έκανε εκείνη την ημέρα. Μόλις είχε βιώσει ένα θαύμα στο οποίο φοβόταν να πιστέψει έστω και στο ελάχιστο. Έπεσε στα γόνατα, με τα μάτια ήδη βουρκωμένα και γράπωσε τη διοικήτρια από τους ώμους. Ξαπλωμένη σχεδόν ολόκληρη επάνω της, ακούμπησε το κεφάλι δίπλα στο δικό της, έκλεισε τα μάτια κι έβαλε τα κλάματα.
Η διοικήτρια κάτι προσπάθησε να πει, αλλά οι αδύναμες λέξεις της σβήνονταν κάτω από τους δυνατούς και ασταμάτητους λυγμούς της Liara.
Με το πρόσωπό της ακόμα κολλημένο στο δικό της και με τα μάτια κλειστά, η Liara κατάφερε να πει μερικές λέξεις.
«Μη τολμήσεις να μου το ξανακάνεις αυτό, ποτέ. Ακούς;» είπε μέσα από τα δάκρυά της.  «Αν τολμήσεις να με εγκαταλέιψεις ξανά, στ’ ορκίζομαι θα σε σκοτώσω. Ακούς;»
Μόλις κατάλαβε ότι η Shepard προσπαθούσε να μιλήσει, σήκωσε το πρόσωπό της και άνοιξε τα μάτια της για να την αντικρίσει.
Η διοικήτρια ήταν χτυπημένη παντού. Τα μάτια και τα χείλη της, μελανά σα το θάνατο. Το δέρμα της ήταν σχεδόν ολόκληρο καλυμμένο με αίμα και από τη στολή της είχαν απομείνει μόνο θρύψαλλα, τα οποία μόλις που κρατιόταν συνδεδεμένα μεταξύ τους. Όπου δεν ήταν ματωμένη, ήταν καμένη. Βρισκόταν σε σχεδόν ημιλυπόθημη κατάσταση από τον πόνο.
Προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια της αλλά δε τα κατάφερε.
«Liara» μπόρεσε μόνο να ψιθυρίσει.
«Εγώ είμαι, αγάπη μου» αποκρίθηκε εκείνη. Την έσφιξε ακόμα πιο δυνατά στην αγκαλιά της.
«Με πονάς» κατάφερε να πει ξεψυχισμένα η διοικήτρια.
Βάλανε και οι δύο τα γέλια, αλλά αυτό μόνο χειροτέρεψε την κατάστασή της. Έχασε την αναπνοή της για μια στιγμή.
«Μη μιλάς άλλο αγάπη μου» τη συμβούλευσε η Liara. «Έρχονται να σε πάρουν. Είμαστε όλοι εδώ. Ήρθαμε για να σε φέρουμε πίσω.»
Ο Garrus και η Tali φτάσανε πρώτοι και τη σηκώσανε από το έδαφος με προσοχή. Η Tali έδωσε ένα προσωρινό παυσίπονο στη Shepard, σε συνδυασμό με μια σύντομη επανεκκίνηση των εμφυτευμάτων μέσα στο σώμα τηςτης. Ο Steve με τον Kaidan φτάσανε μετά από λίγα λεπτά, με το φορείο και το κουτί πρώτων βοηθειών. Στον ορίζοντα είδανε το James, που κατέφθανε με το μεταγωγικό σκάφος του Normandy να τους παραλάβει.
Τριάντα ώρες μετά, η Shepard άνοιγε κουρασμένη τα μάτια της, αντικρύζοντας από πάνω της τη γιατρό Chakwas και τη Liara. Καθώς τα πάντα μπροστά στα μάτια της γυρίζαν ασταμάτητα, ένιωσε μια γνώριμη αγκαλιά να ζεσταίνει το σώμα της. Άκουσε τη Liara να μιλάει δυνατά. Ποδοβολητά γεμίσανε αμέσως το θάλαμο. Καταλάβαινε τί συνέβαινε, αλλά δεν είχε ακόμα τη δύναμη να μιλήσει. Κατάφερε μόνο να χαμογελάσει, καθώς βυθιζόταν, ασφαλής και χαρούμενη, μέσα στη ζεστή αγκαλιά της αγαπημένης της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου