Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Αεμτιννέμτια

(Η ιστορία είναι αφιερωμένη και γραμμένη για την Άννα, που απάντησε στο μικρό ερωτηματολόγιό μου πριν από μερικές εβδομάδες. Σύντομα θα το ανεβάσω στην Κοσμοσύρια ώστε να το συμπληρώσετε όσοι θέλετε.
Η 'Αεμτιννέμτια' βρίσκεται χρονολογικά πολλά εκατομμύρια χρόνια πριν από τη Σάρωση.)


Αεμτιννέμτια

«Κανένας δε γνωρίζει πια τι είναι αυτό που χάθηκε όταν η Σάμνα έσπασε. Οι παλιοί θρύλοι μιλάνε για τον ύπνο, ότι οι σάμνιοι κοιμούνται διαφορετικά από τότε. Μια άλλη θεωρία λέει πως άλλαξε ολόκληρη η νοητική δραστηριότητά μας και πως το μυαλό μας λειτουργεί διαφορετικά. Πώς ήταν παλιά; Τι λείπει σήμερα που υπήρχε σε εκείνα τα χρόνια;»
Ακόμα κι όταν η ίδια δε το καταλάβαινε, η σκέψη αυτή υπήρχε στο μυαλό της Έμτι κάθε μέρα.
Ως προστάτιδα του ναού, χτισμένου στην αποξηραμένη πλαγιά του υπερκάριου όρους, ζούσε ουσιαστικά μέσα σε αυτόν από τότε που ανέλαβε τη δουλειά. Ο θάλαμός της ήταν ένα μικρό, ξύλινο, κυβικό δωμάτιο στηριγμένο επάνω σε χοντρές, κιτρινωπές κοφτερές πέτρες, βγαλμένες από τα σπλάχνα του βουνού. Δεν υπήρχε τίποτα το αξιοσημείωτο στην κατασκευή του θαλάμου της. Όχι όπως με το ναό.
Ο ναός ήταν μοναδικός στο είδος του, σε ολόκληρη τη Σάμνα. Στον πλανήτη δεν υπήρχε άλλος αφιερωμένος στη Μαρμαρωμένη Βασίλισσα. Το όνομά της είχε ξεχαστεί για πάρα πολλές γενιές. Μόνο το άγαλμά της, επενδυμένο με αληθινό, ραμμένο στο χέρι, μεταξένιο χιτώνα είχε απομείνει από την κληρονομιά της Βασίλισσας.
Στο κεφάλι της μαρμάρινης Βασίλισσας δέσποζε ένα ασημένιο στέμμα που όμοιό του δε βρισκόταν αλλού στον κόσμο. Διακριτικά λεπτό στο μπροστινό μέρος, πάνω από τα μάτια της, με ψηλές αψίδες στα πλαϊνά οι οποίες κατέληγαν σε ένα στριφογυριστό δεσμό μεταξύ τους στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Χωρίς να καλύπτει την ακτινοβολία του προσώπου της, το ασημένιο στέμμα τόνιζε τη λεπτεπίλεπτη προσωπικότητα της Βασίλισσας, έτσι έγραφαν τουλάχιστον τα ελάχιστα αρχεία που σώζονταν στο ναό και αφορούσαν την ιστορία της κατασκευής του.
Το σκήπτρο στο χέρι της ήταν σφυρηλατημένο από συμπαγές ασήμι. Το λεπτοκαμωμένο κάτω άκρο του σχεδόν άγγιζε το μαρμάρινο πάτωμα του ναού. Το άλλο άκρο του ήταν διακοσμημένο περιμετρικά με μικρές γαλάζιες και πράσινες διαμαντένιες σφαίρες, όπως ακριβώς και στα αληθινά βασιλικά σκήπτρα.
Ο θρόνος στον οποίο καθόταν η Βασίλισσα είχε σκαλιστεί μονοκόμματος από ένα μεγάλο τεμάχιο αλγήνιου ασημιού. Αυτό τον έκανε να λάμπει σα λευκή φλόγα όταν τον χτυπούσε το φως της ημέρας. Απλός και διακριτικά κομψός, δεν επισκίαζε τα στοιχεία που προσέδιδαν προσωπικότητα στη Βασίλισσα.
Οι τρεις πέτρινοι τοίχοι του ναού είχαν χτιστεί γύρω από τα δύο πράγματα που από πριν υπήρχαν σε εκείνο το μέρος: το άγαλμα της Βασίλισσας και τη μαρμάρινη όρβια επάνω σε μια ψηλή, λεπτή, ασημένια βάση ακριβώς δίπλα στην είσοδο, στο εσωτερικό του ναού.
Έξω από τα τείχη, καθισμένη κάτω από μια κατακόκκινη πυκνόφυλλη θερσιά, η Έμτι περιεργαζόταν ένα μικρό ξύλινο κύλινδρο στα χέρια της. Δε θυμόταν αν τον είχε φτιάξει η ίδια ή αν της το είχαν δώσει παλιότερα. Θυμόταν όμως τη βροχή. Την πρώτη φορά που πήρε στα χέρια της τον ξύλινο κύλινδρο, γκρίζα σύννεφα είχαν γεμίσει τον ουρανό και δυνατές σταγόνες βροχής τη χτυπούσαν στο πρόσωπο. Δε μπορούσε να θυμηθεί περισσότερα.
Έστρεψε το βλέμμα προς τον ουρανό. Τα σύννεφα εκείνη την ημέρα ήταν κάτασπρα και ισχνά, έτοιμα να διαλυθούν κάτω από τον αδιάφορο, γαλάζιο ουρανό της Σάμνας. Η ησυχία δε την έκανε να βαριέται. Πάντα υπήρχε ησυχία σε εκείνο το μέρος. Της άρεσε αυτό. Έκλεισε τα μάτια της.
Κάθε πρωί ξυπνούσε και περιπολούσε, πρώτα έξω και μετά μέσα στο ναό. Έπειτα καθόταν κάτω από την ίδια θερσιά, έπαιζε για λίγο με τον ξύλινο κύλινδρο και περίμενε τη νύχτα. Όταν το φως χαμήλωνε πολύ και τα φύλλα των δέντρων σκοτείνιαζαν κι έχαναν τα ξεχωριστά τους χρώματα, σηκωνόταν και πήγαινε στο θάλαμό της για να κοιμηθεί. Πάντα η ίδια διαδικασία.
Ελάχιστα πράγματα είχαν αλλάξει από την ημέρα που ανέλαβε τη δουλειά. Μερικοί κάρυοι θάμνοι είχαν ξεπεταχτεί στα βόρεια του ναού και είχαν αρχίσει να σκαρφαλώνουν στα τείχη. Σε λίγα χρόνια θα περνούσαν στη μέσα πλευρά. Παρόλο που η περιοχή ήταν ουσιαστικά αποξηραμένη για πολύ, πολύ καιρό, στους τελευταίους μήνες είχε αρχίσει να εμφανίζεται βλάστηση ξανά. Οι βροχές της Σάμνας σπάνια αφήνανε κάποια περιοχή γυμνή.
Το χρώμα του ναού είχε αλλάξει ελαφρώς μέσα στον τελευταίο χρόνο. Φαινόταν πιο άσπρος, πιο λαμπερός. Ίσως, βέβαια, να έμοιαζε έτσι χάρη στο φως της ημέρας, που έδινε την αίσθηση ότι γινόταν όλο και πιο έντονο και καθαρό όσο περνούσαν οι εβδομάδες.
Άνοιξε τα μάτια της. Την είχε πάρει ο ύπνος και το σκοτάδι είχε πέσει εδώ και ώρα. Σηκώθηκε, άναψε τη μικρή δάδα που κουβαλούσε στο σακίδιό της κι έκανε μια τελευταία περιπολία μέσα στο ναό πριν επιστρέψει στο θάλαμο. Στάθηκε για λίγο μπροστά στο άγαλμα της Μαρμαρωμένης Βασίλισσας, όπως έκανε κάθε βράδυ πριν πάει για ύπνο.
«Πόσο τελειοποιημένη μπορεί να είναι μια μαρμάρινη γυναίκα» είπε μέσα της, όπως κάθε φορά, παρατηρώντας την υψηλή, λεπτεπίλεπτη τέχνη με την οποία είχε σκαλιστεί η Βασίλισσα.
Υπό το χαμηλό, γαλάζιο φως της δάδας, το κρύο, μαρμάρινο πρόσωπο του αγάλματος έδινε την ψευδαίσθηση της ζωντάνιας. Δεν έβρισκε λόγο να μείνει εκεί περισσότερο. Πριν φύγει, έριξε μια τελευταία ματιά στο σκήπτρο και στο στέμμα, όπως έκανε κάθε φορά. Η ασημένια τους λάμψη δε πτοούνταν από το σκοτάδι. Παρατήρησε πως το σκήπτρο είχε χαμηλώσει κι άλλο. Δεν ήταν εντελώς σίγουρη, αλλά για κάποιο λόγο το σκήπτρο έμοιαζε με το πέρασμα των χρόνων να γλιστράει από το χέρι του αγάλματος και να κατεβαίνει πολύ αργά προς το πάτωμα. Από στιγμή σε στιγμή θα ακουμπούσε στο μάρμαρο.
«Ελπίζω να μη πέσει κάτω και σπάσει. Καλύτερα να πάω αύριο κάτω στην πόλη και να ειδοποιήσω τους τεχνίτες να έρθουν και να το φτιάξουν» μουρμούρισε κι έφυγε από το ναό.
Γυρίζοντας στο θάλαμο, ακούμπησε τον ξύλινο κύλινδρο στο έπιπλο δίπλα στο κρεβάτι της, όπως έκανε κάθε βράδυ. Έβγαλε τα ρούχα της και ξάπλωσε, με το βλέμμα καρφωμένο στο ξύλινο στολίδι. Είχε κάτι αυτό το κατασκεύασμα, κάτι που τη βοηθούσε να κοιμηθεί γρήγορα και ανάλαφρα.
Με το ξημέρωμα, ήρθε -όπως πάντα- ο ίδιος ρότδορας στο παράθυρό της και κελαηδούσε μέχρι να την ξυπνήσει. Δεν ήταν η μελωδία του, αλλά η έντασή της που την έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι κάθε φορά. Ντύνονταν, έπαιρνε το σακίδιό της στην πλάτη και τον ξύλινο κύλινδρο στην εσωτερική θήκη της στολής της και ξεκινούσε για άλλη μια μέρα, ίδια με την προηγούμενη.
Πρώτα τελείωσε με τον έλεγχο της εξωτερικής περιμέτρου του ναού, όπως συνήθως. Οι σκαρφαλωμένοι στον τοίχο θάμνοι ήταν την ημέρα εκείνη στολισμένοι με μικρές, μαλακές άκρες από νεαρά ασημόχρωμα άνθη. Ήταν πολύ μικρά ακόμα, αλλά δε θα μπορούσαν να είχαν εμφανιστεί τόσο γρήγορα. Η Έμτι θυμόταν καθαρά ότι την προηγούμενη ημέρα οι θάμνοι δεν είχαν τίποτα επάνω τους. Η περιπολία της, όμως, δεν είχε ολοκληρωθεί. Κατευθύνθηκε προς στο ναό. Η συνηθισμένη της πορεία ήταν πάντα από την είσοδο στη βάση με τη μαρμάρινη όρβια κι από την όρβια στο άγαλμα. Μετά θα ήλεγχε τον υπόλοιπο ναό. Κρατούσε τα μάτια της ορθάνοιχτα για να εντοπίσει κι άλλα πιθανά παράξενα συμβάντα.
Λίγα βήματα πριν περάσει την είσοδο, παρατήρησε πως το εξωτερικό του ναού ήταν ακόμα πιο λαμπερό από όσο συνήθως. Κοίταξε προς τον ουρανό και, πράγματι, το φως ήταν πιο δυνατό και πιο λευκό από κάθε άλλη φορά. Μόλις μπήκε στο εσωτερικό του κτίσματος, αμέσως πήγε στην όρβια. Δε βρήκε τίποτα το ασυνήθιστο. Την ακούμπησε, ψηλάφησε ολόκληρη την επιφάνειά της. Έπιασε το ίδιο σκληρό, κρύο σφαιρικό μάρμαρο που έπιανε πάντα. Ανακουφίστηκε αρκετά. Η όρβια θεωρούνταν ιερό κειμήλιο. Όλοι οι προηγούμενοι προστάτες έδιναν μεγάλη προσοχή σε αυτά που υπήρχαν από παλιά ακόμη, πριν χτιστούν οι τοίχοι του ναού.
Μόλις βεβαιώθηκε για την ασφάλεια της όρβιας, η Έμτι έτρεξε και στάθηκε μπροστά στο άγαλμα. Παρατήρησε με προσοχή όλες του τις μεριές. Τα πάντα φαινόταν να βρίσκονται στη συνηθισμένη τους κατάσταση. Ακόμα και το ασημένιο σκήπτρο στο χέρι της Βασίλισσας συνέχιζε ακάθεκτο την καθοδική του πορεία. Τώρα πια απείχε λιγότερο από μισό χιλιοστό για να ακουμπήσει το πάτωμα.
Ανακουφισμένη, αλλά όχι καθησυχασμένη, η Έμτι έκανε το γύρο στο υπόλοιπο εσωτερικό του ναού μέχρι να βεβαιωθεί πως τίποτα δεν είχε αλλάξει. Λίγα λεπτά μετά, στεκόταν στο κατώφλι της εισόδου, ατενίζοντας τον ορίζοντα πέρα από το βουνό. Το χρώμα του ουρανού ήταν περισσότερο άσπρο από ποτέ. Μετά βίας μπορούσε το μάτι να διακρίνει μερικά γαλάζια τμήματα, διασκορπισμένα, χαμένα μέσα στη λευκή λάμψη ολόγυρα. Έκανε ένα βήμα μπροστά και βρέθηκε έξω από το ναό. Τώρα μπορούσε να παρατηρεί μεγαλύτερο μέρος του ουρανού. Κι εκεί, όμως, ολόλευκη λάμψη κάλυπτε το αέρινο σκέπασμα της Σάμνας. Όσο κοίταζε τον άσπρο ουρανό, τόσο είχε την αίσθηση ότι τα αυτιά της είχαν συλλάβει κάποιον ασυναίσθητα χαμηλό ήχο. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να επικεντρώσει όλη της την προσοχή στον ήχο που νόμιζε ότι ακουγόταν.
Για μια στιγμή αισθάνθηκε το σώμα της να χάνει το βάρος του. Έχοντας τα μάτια κλειστά δε μπορούσε να γνωρίζει αν όντως αιωρούνταν ή αν ήταν απλά ένα παράξενο παιχνίδι του μυαλού της. Ο αέρας γύρω της ήταν γεμάτος ένταση. Μπορούσε να μυρίσει την απαλή φρέσκια αύρα από τα άνθη των θάμνων. Αν και κανονικά θα χρειαζόταν μήνες, τα κάρυα άνθη είχαν μόλις ανοίξει και το περιεχόμενό τους πλημύριζε το ναό, μέσα κι έξω. Ένας σύντομος, διακριτικός, σκληρός μαρμάρινος ήχος ακούστηκε από κάποιο σημείο γύρω της. Ένιωθε κάποιου είδους πρώιμη έκσταση να πλησιάζει.
«Επιτέλους!» αναφώνησε ανακουφισμένη και χαρούμενη η γυναίκα.
Η Έμτι άνοιξε ξαφνιασμένη τα μάτια της. Το βάρος του σώματός της είχε επανέλθει και τα πόδια της πατούσαν σταθερά στο έδαφος. Η μυρωδιά των ανθών ήταν ακόμη εκεί. Με το βλέμμα στραμμένο πάνω από τον ώμο της, κοίταξε άναυδη προς τα πίσω.
Το άγαλμα είχε στρίψει το κεφάλι του και την κοίταζε μέσα στα μάτια. Χαμογελούσε. Το μαρμάρινο πρόσωπό του έμοιαζε τώρα ζωντανό και ζεστό. Το χρώμα του δέρματος είχε αρχίσει να αναδύεται στο μαρμάρινο κορμί του, κάτω από το μεταξένιο χιτώνα του. Κάθε στιγμή που περνούσε, η όψη του αγάλματος αποχωρούσε και μια πραγματική, ζωντανή γυναίκα σχηματιζόταν μπροστά στα μάτια της Έμτι.
Αποσβολωμένη η κοπέλα πλησίασε με δειλά βήματα το μαρμάρινο θρόνο. Άνοιξε το στόμα της, αλλά της ήταν αδύνατο να μιλήσει. Ήταν πολύ ξαφνιασμένη, αλλά καθόλου φοβισμένη. Παρατήρησε πως το κάτω μέρος του σκήπτρου ακουμπούσε πια στο πάτωμα του ναού. Η αλλόκοτη γυναίκα δεν είχε πάρει τα μάτια της από επάνω της καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταμόρφωσης.
Ζωντανή, ορθωμένη και ολοκληρωμένη, πλέον, έστεκε μπροστά στην Έμτι η Μαρμαρωμένη Βασίλισσα. Λίγα εκατοστά χωρίζανε τα βλέμματα των δύο γυναικών. Και η μορφή της Αεμτιννέμτιας έλαμψε με δύναμη μπροστά από το μαρμάρινο θρόνο.
Καστανά, σκούρα μαλλιά, λεία και μακριά, ίσια ως κάτω στο στήθος, ελαφρώς σπαστά στην κορυφή. Ίδιο χρώμα είχαν και τα λεπτεπίλεπτα απαλά φρύδια που αγκάλιαζαν, σα τρυφερά ελλειπτικά φωτοστέφανα, τα μάτια της. Τα χείλη της, ούτε ροζ ούτε κόκκινα. Μοιάζανε να είχαν κλείσει μέσα τους το φως που έχει η αυγή λίγο πριν αναπνεύσει για πρώτη φορά, στο ξεκίνημα της ημέρας. Και, την ίδια στιγμή, υπήρχε μέσα τους λίγο από το λυκόφως που υποδέχεται τη νύχτα των χιονισμένων ψηλών βουνών.
Και, τέλος, τα μάτια της. Δύο καφετιές λάμψεις, διακριτικά κρυμμένες κάτω από τα φωτοστέφανα των φρυδιών της. Κι όταν τα σήκωνε, το φως τους εκτοξευόταν απευθείας στην καρδιά, προερχόμενο από μια αρχαία, ξεχασμένη πλέον, εποχή.
Η μορφή της Αεμτιννέμτιας είχε σταματήσει το μυαλό της Έμτι. Σκλαβωμένη από την παρουσία της, η κοπέλα την κοίταζε σαν υπνωτισμένη.
Η Βασίλισσα χαμογέλασε. Άφησε το σκήπτρο από τα χέρια της, στηρίζοντάς το πλαγίως στο μπράτσο του θρόνου. Ύστερα, με ένα ακόμα πιο πλατύ χαμόγελο, άνοιξε τα χέρια της και έκλεισε στην αγκαλιά της την κοπέλα.
«Επιτέλους, επέστρεψα!» είπε με γαλήνη.
Η Έμτι όλη αυτή την ώρα δεν είχε καταφέρει να βγάλει ούτε λέξη. Η Αεμτιννέμτια ήξερε πως η γυναίκα ήταν μπερδεμένη, αλλά δεν ήταν ώρα για αναλυτικές εξηγήσεις.
Ξαφνικά, φάνηκε να ταράζεται κι έβαλε τις παλάμες της στα μάγουλα της Έμτι.
«Η Ονειροπαγίδα! Βρίσκεται ακόμη εκεί; Την κρατήσατε ασφαλή;» ρώτησε με αγωνία.
Η Έμτι δεν είχε ιδέα τι ήταν η Ονειροπαγίδα. Δε πρόλαβε, όμως, να απαντήσει και η Αεμτιννέμτια ήδη κατευθυνόταν προς την έξοδο του ναού. Λίγα βήματα πριν από την πύλη, έστριψε αριστερά και στάθηκε μπροστά στη μαρμάρινη όρβια. Την ψηλάφισε και αμέσως φάνηκε πολύ ικανοποιημένη.
«Όλα είναι εντάξει. Η δουλειά μου πρόκειται, επιτέλους, να ολοκληρωθεί.»
Προσπαθώντας να παραμείνει παρούσα στην παράξενη τροπή που είχε πάρει η μέρα της, η Έμτι αποφάσισε να συμβαδίσει με το αλλόκοτο συμβάν.
«Συγγνώμη-» είπε και η Βασίλισσα γύρισε και την κοίταξε με κατανόηση.
«Ξέρω ότι έχεις ερωτήσεις. Αλλά, πίστεψέ με, περίμενα πολύ καιρό για να φτάσω σε αυτή τη στιγμή. Τα χειρότερα περάσανε, αλλά ακόμα κι έτσι, η τελευταία απλή πράξη της πορείας μου είναι η πιο σημαντική από όλες.»
«Τα χειρότερα; Τι εννοείτε; Συνέβη κάτι κακό;» απόρησε η Έμτι. Αν μη τι άλλο, από όλα όσα θυμόταν στη ζωή της, ο κόσμος γύρω της ήταν ήσυχος, απλός, μονότονος.
Η Αεμτιννέμτια αποφάσισε πως μπορούσε να πάρει λίγες στιγμές παραπάνω για να βγάλει από το σκοτάδι την απορημένη κοπέλα.
«Πριν από πολύ καιρό χρειάστηκε να θυσιάσω κάτι πάρα πολύ σημαντικό για να σώσω κάτι πολύ βασικό. Η πορεία της Σάμνας χάλασε εξαιτίας μου, αλλά αν δεν έκανα όσα έκανα, ο πλανήτης δε θα υπήρχε καθόλου!» εξήγησε.
Η Έμτι έφερε στο μυαλό της την αρχαία ιστορία της Σάμνας. Μήπως η Βασίλισσα αναφερόταν στην ημέρα που η Σάμνα έσπασε; Είχαν συμβεί διάφορα μετά από το σπάσιμο. Η Μετανάστευση, η αλλαγή στο κλίμα, ο πολλαπλασιασμός των ασθενειών. Αλλά όλα αυτά γίνανε πριν από πολύ καιρό. Από τότε, τα πράγματα έγιναν ήσυχα, ήπια. Οι ζωές τους περνούσαν ακουμπισμένες στη ροή του χρόνου με τον τρόπο που τα φύλλα των δέντρων παρασύρονται από τα ήρεμα, σταθερά νερά σε ένα ρυάκι. Από το ένα σημείο στο άλλο, επαναλαμβανόμενα και προβλέψιμα.
Η Αεμτιννέμτια ήξερε πως η Έμτι δε γνώριζε τι είχε συμβεί την ημέρα που η Σάμνα έσπασε, όπως δε γνώριζε και κανείς άλλος. Η θυσία της δεν αναφερόταν πουθενά επάνω στον πλανήτη.
Ο μορφασμός στο πρόσωπο της Έμτι, καθώς προσπαθούσε να καταλάβει, σε συνδυασμό με την έκπληξή της για όσα είχαν γίνει στα τελευταία λεπτά, πρόδιδε το πόσο αδύναμη και ανυπεράσπιστη ήταν η προστάτιδα του ναού απέναντι στο μονοπάτι που συνέδεε το παρελθόν με το παρόν. Η Βασίλισσα τη λυπήθηκε. Την πήρε από το χέρι, πήρε την όρβια στο άλλο χέρι και βγήκανε από το ναό. Καθίσανε κάτω από την κόκκινη θερσιά, όπου η κοπέλα ξεκουραζόταν κάθε μέρα. Την κοίταξε στα μάτια κι αποφάσισε πως θα τα έλεγε γρήγορα και περιεκτικά.
«Πριν από πολλά χρόνια, η Σάμνα έσπασε. ‘Το Κράγμα’, έτσι ονομάσαμε το γεγονός. Ήταν η εποχή των μαγισσών. Σκοτεινά χρόνια.»
Σταμάτησε για λίγο κι έμεινε σκεπτική. Συνέχισε.
«Τα κομμάτια του κόσμου μας αποχωρίζονταν μεταξύ τους, ο πλανήτης ετοιμαζόταν για ολοκληρωτική διάλυση. Τότε ήμουν ακόμη Βασίλισσα και γνώριζα καλά τη διδασκαλία της εμφύσσισης. Αποφάσισα, λοιπόν, να συγκρατήσω τη Σάμνα στη θέση της, γύρω από τον πυρήνα της. Γνώριζα ποιες θα ήταν οι συνέπειες για τη Σάμνα και ήταν προτιμότερες από την ολική καταστροφή. Υπήρξε όμως και μια ακόμη συνέπεια που δεν είχα υπολογίσει και την αντιλήφθηκα όταν ήταν πια αργά.»
Η Έμτι κοίταζε και άκουγε με αγωνία και προσοχή. Ξαφνικά ερχόταν κατά πάνω της τόσες πληροφορίες για το αρχαίο εκείνος γεγονός. Ήθελε να τις συγκρατήσει όλες.
«Ποια ήταν αυτή η συνέπεια;» ρώτησε με βιασύνη, βλέποντας πως η Βασίλισσα ήταν διστακτική στο να συνεχίσει.
«Για να φτιάξω το μεγάλο Ονείρεμα και να περάσω στο στάδιο της εμφύσσισης, χρειάστηκε να πάρω κάτι από όλους σας» είπε και κοίταξε με απολογητικό ύφος την Έμτι.
«Η πράξη μου έβαλε μια σκιά μέσα σε κάθε έναν από εσάς. Μια σκιά που κάλυψε την καρδιά και το πνεύμα σας. Τι νόημα έχει να σώσεις έναν ολόκληρο κόσμο, αν τα πλάσματα μέσα του χάσουν τα όνειρά τους;» καθώς έλεγε αυτά η Αεμτιννέμτια, η θλίψη του παρελθόντος επέστρεψε στιγμιαία στα μάτια της.
Σηκώθηκε όρθια. Προχώρησε λίγα βήματα και ακούμπησε την όρβια επάνω σε ένα κάτασπρο κομμάτι βράχου. Από εκεί μπορούσανε να παρατηρήσουν το δυτικό τμήμα της πόλης που βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού. Ο ουρανός παρέμενε κάτασπρος, λαμπερός και τα σύννεφα, ακόμη άφαντα. Το άρωμα των κάρυων ανθών ήταν τώρα δυνατότερο από πριν. Τα μάτια της Αεμτιννέμτιας φαινόταν υγρά, καθώς έριχνε το βλέμμα της επάνω στην όρβια.
«Εξαιτίας μου χάσατε τα όνειρά σας, στον ύπνο και στον ξύπνιο σας. Η φαντασία σας έγινε αιχμάλωτη της λογικής και υπεύθυνη γι’ αυτό είμαι εγώ. Έπρεπε όμως να σώσω τη Σάμνα. Τώρα, το Ονείρεμά μου τελείωσε. Κάποιος άλλος ανέλαβε να συνεχίσει το έργο μου κι εγώ επέστρεψα για να σας βοηθήσω να ολοκληρωθείτε.»
Άπλωσε τα χέρια της και πίεσε το βόρειο ημισφαίριο της όρβιας. Εκείνο άνοιξε προς τα έξω, αποκαλύπτοντας ένα παλιό, ασημένιο κουτί μέσα του. Ταλαιπωρημένο από το χρόνο, το ασημένιο κουτί έφερνε μαζί του τη ζεστασιά μιας περασμένης εποχής. 
Η Αεμτιννέμτια έπιασε το επάνω μέρος του κουτιού και το σήκωσε. Ένας μικρός ασημένιος δίσκος με εγκοπές, συνδεδεμένος σε ένα σύστημα γραναζιών πρόβαλλε. Η Έμτι είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ήταν ένα μουσικό κουτί. Καθώς η Αεμτιννέμτια ακουμπούσε τα δάχτυλά της επάνω στον ασημένιο δίσκο, τα μάτια της έλαμψαν από συγκίνηση.
«Από αυτή τη στιγμή, δίνω πίσω στον κόσμο τα όνειρα που του στέρησα» είπε και πίεσε το δίσκο προς τα κάτω.
Μια μελαγχολική, παλιά μελωδία δραπέτευσε από το εσωτερικό του κουτιού. Η Έμτι σάστισε. Ποτέ της δεν είχε νιώσει έτσι.
Της φάνηκε ότι είδε έναν άντρα για μια στιγμή μπροστά της, αν και πουθενά στο πεδίο όρασής της δεν είχε εμφανιστεί κάτι. Δεν ήταν σίγουρη για το αν άκουσε και τη φωνή του ακόμη. Ένιωσε υγρό το δέρμα της, τα ρούχα της και το πρόσωπό της. Σταγόνες βροχής ακουγόταν γύρω της, αναμειγνυόμενες με τη μελωδία του μουσικού κουτιού. Άκουσε τη φωνή του άντρα μέσα στις αναμνήσεις της. Θυμήθηκε την καταιγίδα, τις αστραπές και τη βροχή. Ήταν η τελευταία φορά που αντίκρισε τον άντρα τον οποίο θα ερωτευόταν αν υπήρχαν όνειρα στον κόσμο εκείνη την ημέρα. Θυμήθηκε το απλωμένο χέρι του να της προσφέρει το μικρό ξύλινο γλυπτό ως δώρο και τα χείλη του να της χαμογελούν, χωρίς να γνωρίζουν ότι το έκαναν από αγάπη.
Η Αεμτιννέμτια είχε αρχίσει τώρα να απομακρύνεται από το μουσικό κουτί, που ακόμη έπαιζε, και άρχισε να κατεβαίνει το βουνό. Έστρεψε το βλέμμα της χαμηλά προς την πόλη και χαμογέλασε.
«Τα όνειρα επέστρεψαν» είπε μέσα από το πλατύ χαμόγελό της ικανοποίησής της.
Η Έμτι δεν την άκουσε. Ζούσε μέσα στην ανάμνηση του άντρα που δε πρόλαβε να αγαπήσει. Έμεινε μπροστά στο μουσικό κουτί για πολλές μέρες. Η καρδιά της δεν άντεχε να απομακρυνθεί από την ατέλειωτη μελωδία του, η οποία ποτέ δεν επαναλαμβανόταν με τις ίδιες ακριβώς νότες.
Το μουσικό κουτί της Αεμτιννέμτιας δε σταμάτησε να παίζει ποτέ ξανά. Ακόμα και μετά από το Τέλος Του Κόσμου η μελωδία του διατηρήθηκε ανέπαφη στις αναμνήσεις του σύμπαντος, μέσα στην κρυστάλλινη σύνθεση των άστρων του ουρανού, περιπλανώμενη εις αεί ανάμεσα στα απομεινάρια των νεκρών γαλαξιών.
Ο χορός των χαμένων ονείρων, που τόσο απότομα είχε διακοπεί πριν από χιλιάδες χρόνια, ξανάρχισε. Η μουσική που τον συνόδευε, απαλή και μελαγχολική, ήταν βγαλμένη από τα πιο γυαλιστερά δάκρια που ρέουν γλυκά επάνω στο δρόμο της νοσταλγίας για το ανεκπλήρωτο παρελθόν.