Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Μέσα Από Τη Λάμψη

(Η ιστορία ανήκει στον κόσμο των παράλληλων συμπάντων, ο οποίος έχει τον προσωρινό τίτλο 'Πανκύριοι Κόσμοι'. Από καιρό είχα ετοιμάσει τα βασικά στοιχεία της Λάμψης. Σήμερα είχα την ευκαιρία να της αποδώσω περισσότερο βάθος και να την περιγράψω.
Η ύπαρξη παράλληλων συμπάντων δε γίνεται φανερή από την παρούσα ιστορία. Σκοπεύω, όμως, να γράψω περισσότερα επεισόδια για τη Λάμψη και να παρουσιάσω εκτενέστερα τον κόσμο γύρω της.)



Μέσα Από Τη Λάμψη

Παρ’ όλο που δεν είχε ιδέα αν στο τέλος θα πέθαινε ή αν θα γλύτωνε, του άρεσαν όσα συνέβαιναν. Ήξερε πως το όπλο λέιζερ με την κάνη στραμμένη στην καρδιά του ήταν φορτισμένο κι έτοιμο να τον στείλει στα κομμάτια. Αλλά, η γυναίκα που το κρατούσε είχε πολύ περισσότερο ενδιαφέρον.
Η περιβόητη ‘Λάμψη’. Κανείς δε γνώριζε το πραγματικό της όνομα. Η ίδια είχε ονομάσει έτσι τον εαυτό της και τα Μέσα το αναπαρήγαγαν. Μια γυναίκα που ακόμα και η αστυνομία δεν ήθελε να κυνηγήσει. Για χρόνια προσπαθούσαν να την πιάσουν. Και, στις ελάχιστες περιπτώσεις που κατορθώσανε να την πλησιάσουν έστω και για λίγο, αποδεικνύονταν ανίσχυροι να αντισταθούν στη γοητεία της. Με τον ίδιο τρόπο τα κατάφερε κι αυτή τη φορά και πήρε για όμηρο ένα νεαρό που έτυχε να συναντήσει στο δρόμο της καθώς έψαχνε τρόπο να ξεφύγει από την παγίδα που ήξερε ότι της είχανε στημένη.
Τον είδε που κοίταζε τη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου. Πλησίασε και του έπιασε συζήτηση. Όχι πολλή ώρα. Ένα λεπτό, το πολύ δύο. Δε χρειαζόταν πολλή ώρα για να του αποσπάσει την προσοχή. Στο μεταξύ, οι αστυνομικοί με πολιτικά γύρω της πλησίαζαν όσο πιο διακριτικά μπορούσαν και περιμένανε να απομακρυνθεί από το νεαρό για να μην υπάρξουν παράπλευρες απώλειες. Αλλά εκείνη το ήξερε φυσικά. Και στεκόταν όσο πιο κοντά του μπορούσε. Και, στην κατάλληλη στιγμή, καθώς εκείνος ετοιμαζόταν να φύγει, του είπε την αφοπλιστική ατάκα που είχε προσχεδιάσει.
«Έχεις ωραία μάτια.»
Αυτό ήταν. Τα απρόσμενα λόγια της, το λάγνο ύφος της και τα κατάξανθα μαλλιά της. Πώς θα μπορούσε να αμυνθεί απέναντι σε τέτοιου είδους εισβολή; Κι αν αυτά δε πετύχαιναν -πράγμα απίθανο- υπήρχε το αποκορύφωμα της γοητείας της: τα μάτια της. Γαλανά, ολογάλανα και φανταχτερά. Σα να μαζεύτηκε μέσα τους όλο το φως του γαλαξία και να στριφογύριζε γύρω από τις κόρες τους. Ίσως γι’ αυτό να της ταιριάζει τόσο το όνομα ‘Λάμψη’. Αυτό το πρόσωπο τον έκανε να χάσει τη γη κάτω από τα πόδια του.
Το σώμα της, μικροκαμωμένο, με θηλυκές καμπύλες και μια σκούρη μωβ δερμάτινη, γυαλιστερή στολή που το κάλυπτε ολόκληρο μέχρι το λαιμό, στον οποίο έκλεινε ερμητικά. Αυτό το σώμα έδιωξε το αίμα από το κεφάλι του. Ήταν τόσο ευάλωτος, σκλάβος στο έλεός της γοητείας της, που δε κατάλαβε αμέσως τι συνέβαινε. Όταν συνήλθε, εκείνη τον είχε αρπάξει με το αριστερό της χέρι από το λαιμό, είχε κρυφτεί από πίσω του και με το άλλο χέρι κρατούσε το όπλο που σημάδευε την καρδιά του.
Κι όμως, δεν ένιωσε φόβο. Δε μπορούσε να βρει ένα λόγο για να δραπετεύσει από την αγκαλιά εκείνης της υπέροχης γυναίκας. Σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε τον κατακόκκινο δορυφόρο, τον Ίρα, να λάμπει σαν ερωτικό πάθος στο νυχτερινό ουρανό. Μπροστά του, οκτώ αστυνομικοί με πολιτικά είχαν βγάλει τα όπλα τους και ψάχνανε ευκαιρία για να της ρίξουν. Εκείνη αγρίεψε και έσφιξε πιο δυνατά το λαιμό του νεαρού.
«Πίσω! Ακουμπήστε τα όπλα στο έδαφος και κάντε όλοι δέκα βήματα πίσω, αλλιώς θα πληγώσω την καρδούλα του μικρού από ‘δω» φώναξε θυμωμένη, με το γνωστό κυνισμό που τη χαρακτήριζε.
Εκείνος παρακαλούσε από μέσα του να την ακούσουν. Να μη την πυροβολήσουν και σκοτωθεί. Κι έτσι έγινε. Μετά από ένα λεπτό, οι δυο τους περιπλανιόταν στο λαβύρινθο από στενά μέσα στην παλιά αγορά, αναζητώντας κρυψώνα. Άνοιξε την πόρτα μιας παρατημένης αποθήκης και τον πέταξε μέσα. Σάρωσε τον περιβάλλοντα χώρο με το βλέμμα κι όταν βεβαιώθηκε πως δε τους ακολουθούσαν, μπήκε κι εκείνη μέσα. Τον κοίταξε βλοσυρά.
«Και, τώρα, βγάλε το σκασμό.»
Εκείνος μόνο την κοίταζε, με μεγάλα, αθώα μάτια. Δεν ήθελε να τη θυμώσει. Σύρθηκε προς το μέρος της, καθιστός όπως ήταν, για να έρθει πιο κοντά της. Αλλά οι κινήσεις του κάνανε θόρυβο και η γυναίκα τον χτύπησε, εξοργισμένη, στο πρόσωπο.
«Το σκασμό, είπα!» γρύλισε μέσα απ’ τα δόντια της.
Εκείνος μαζεύτηκε, χαμήλωσε το βλέμμα και δε ξανακουνήθηκε. Πόσες ώρες περιμένανε μέσα σε εκείνη την αποθήκη; Τρεις; Τέσσερις; Δεν έβγαλε ούτε άχνα, ακριβώς όπως τον είχε διατάξει. Μίλησε μονάχα όταν η ίδια του το επέτρεψε.
«Τι έψαχνες να αγοράσεις όταν σε συνάντησα έξω από το βιβλιοπωλείο;» τον ρώτησε.
Εκείνος απάντησε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.
«Βιβλία που βοηθούν στην καταπολέμηση των φόβων.»
Η γυναίκα ενοχλήθηκε ακούγοντας αυτό, αναλογιζόμενη τα όσα είχε περάσει ο νεαρός εξ’ αιτίας της. Εκείνος, όμως, σήκωσε το βλέμμα και με ένα γλυκό χαμόγελο την καθησύχασε.
«Δε μου χρειάζονται πια!»
Χωρίς να αντιλαμβάνεται τη σημασία των λέξεών του, η γυναίκα σηκώθηκε όρθια. Για ένα ολόκληρο λεπτό είχε το αυτί της κολλημένο επάνω στην πόρτα και τα μάτια της κλειστά.
«Σήκω» είπε τελικά.
Άνοιξε την πόρτα και σάρωσε ξανά την περιοχή με το βλέμμα.
«Μας χάσανε. Έλα, πάμε.»
Βγήκαν από το λαβύρινθο της παλιάς αγοράς και φτάσανε σε ένα πλατύ, ήσυχο δρόμο. Προχωρήσανε ως το κέντρο του και σταματήσανε. Η γυναίκα έριξε μια τελευταία προσεκτική ματιά γύρω της, προσπαθώντας να διακρίνει κινήσεις πίσω από το πέπλο της νύχτας. Κανείς. Είχε επιτέλους ξεφύγει. Κατέβασε το όπλο από την καρδιά του νεαρού και τον έσπρωξε μακριά της, τοποθετώντας το όπλο σε μία εσωτερική θήκη της στολής της.
«Εντάξει, αυτό ήταν» είπε ικανοποιημένη.
Γύρισε και τον κοίταξε, έχοντας στο πρόσωπό της το σαρδόνιο χαμόγελο για το οποίο ήταν φημισμένη.
«Πες τους ότι η Λάμψη στο σκοτάδι κρατάει για πάντα!» είπε τη φράση που έλεγε σε όλους τους ομήρους της.
Εκείνος απλά την κοίταζε. Δε προσπαθούσε να φύγει. Η γυναίκα τού γύρισε την πλάτη κι άρχισε να απομακρύνεται.
«Περίμενε» άκουσε να της λέει με ήρεμη φωνή. Σταμάτησε. Προσπάθησε να διαπιστώσει αν είχε ακούσει σωστά. Κανείς δε την είχε σταματήσει ποτέ. Όλοι τρέχανε τρομαγμένοι μακριά από τη στιγμή που τους άφηνε ελεύθερους.
Γύρισε και τον κοίταξε έκπληκτη.
«Τι θέλεις;»
Τα μεγάλα μάτια του ήταν κολλημένα στα δικά της.
«Πάρε με μαζί σου» της είπε.
Η γυναίκα γέλασε, αυθόρμητα και ειρωνικά.
«Γιατί να σε πάρω μαζί μου;» του είπε, συνεχίζοντας να γελάει, αποφασισμένη να κάνει λίγη πλάκα πριν εξαφανιστεί.
«Μου αρέσει όταν είμαι μαζί σου» είπε ο νεαρός.
Αυτό δεν ήταν και τόσο αστείο. Το γέλιο της μειώθηκε. Τώρα τον παρατηρούσε με απορία. Τα λόγια του ήταν απλές λέξεις. Δε θα έπρεπε να την επηρεάζουν τόσο πολύ. Κι όμως! Είχαν καταφέρει να ταρακουνήσουν, για μια στιγμή, τη βαριά, επιβλητική εικόνα λατρείας που η ίδια είχε για τον εαυτό της. Η ειλικρίνεια και η αθωότητα στη φωνή του ήταν ανίκητα στοιχεία. Πήρε με βία το βλέμμα της από πάνω του, έτοιμη να γυρίσει ξανά την πλάτη και να τρέξει μακριά.
«Παράτα με, μικρέ. Άντε να βρεις καμία στην ηλι-»
«Σε παρακαλώ.»
Σταμάτησε απότομα να μιλάει. Και να γελάει. Πώς ήταν δυνατόν, τόσο απλές λέξεις να έχουν τόση δύναμη;
Η αύρα που περιέβαλλε τα λόγια του ήταν ισχυρότερη από το περιεχόμενό τους. Όχι, δεν ήταν αύρα. Ήταν συναίσθημα. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ξανά, μετά από πολύ καιρό. Ο ‘μικρός’ την ήθελε στ’ αλήθεια. Έμεινε να τον κοιτάζει άφωνη, ανήμπορη πλέον για κυνισμό και ειρωνεία. Ένιωθε σχεδόν ανυπεράσπιστη.
Εκείνος έκανε λίγα βήματα προς το μέρος της κι έπεσε στην αγκαλιά της.
«Όταν είμαι κοντά σου δε φοβάμαι» ακούστηκε η νεαρή φωνή του ανάμεσα από τα στήθη της.
Η γυναίκα έκλεισε τα μάτια. Αγωνιζόταν με όλη της τη δύναμη να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Η Λάμψη δεν έπρεπε ποτέ να φανεί αδύναμη. Τον έσφιξε με δύναμη στην αγκαλιά της. Κι εκείνος το ίδιο.
Μείνανε για λίγο έτσι, ακίνητοι και αγκαλιασμένοι. Ο άνεμος περνούσε με δύναμη και βοή πάνω από τα σώματά τους. Έπαιρνε μαζί του τα κατάξανθα μαλλιά της, λαμπερά μέσα στο σκοτάδι του δρόμου.
Άνοιξε τα μάτια της. Είχε καταφέρει να μη κλάψει. Αλλά, για την καρδιά της ήταν πια αργά. Χτυπούσε ανεξέλεγκτα, σαν είκοσι χρόνια πριν. Έφερε τα χέρια της στο κεφάλι του και χάιδεψε τα μαλλιά του.
«Έλα» του είπε ψιθυριστά.
Τον άρπαξε από το χέρι και τρέξανε, χαθήκανε μαζί μέσα στη νύχτα.

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Η Ονειρεύτρια Των Ατελείωτων Ονείρων

(Η Ονειρεύτρια είναι εμπνευσμένη, αφιερωμένη και γραμμένη για την Ειρήνη Χαρίτου, για την ανέλπιστη βοήθεια που μου έδωσε, όσον αφορά τις ιστορίες μου, όταν ακόμη δεν είχα ιδέα ότι τη χρειαζόμουν.
Χάρη στην Ειρήνη άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως και να μην είμαι εντελώς εκτός τόπου και χρόνου στον κόσμο της συγγραφής. Κατάφερα να νιώσω λίγη ασφάλεια, ότι αυτό που έκανα όλα αυτά τα χρόνια όντως εξελίχθηκε και δεν ήταν μια καταδικασμένη απέλπιδη προσπάθεια που θα κατέληγε στην καταστροφή.

Για να αποδοθεί σωστά η έμπνευση, βασισμένη στον ξεχωριστό χαρακτήρα της Ειρήνης, χρειάστηκε να κάνω κάτι που δεν έχω κάνει ως τώρα: να γράψω μια ιστορία χωρίς στοιχεία τρόμου, φόβου, θανάτου, μίσους, σκότους, απογοήτευσης και απαισιοδοξίας.
Χρησιμοποίησα ένα ύφος γραφής που δεν έχω ξαναχρησιμοποιήσει. Αυτός είναι και ο λόγος που η ιστορία είναι τόσο μικρή. Δεν έχω μάθει να γράφω για χαρούμενους, ελπιδοφόρους, φωτεινούς κόσμους.
Δεν έχω ιδέα αν κατάφερα να αποδώσω σωστά το ύφος της ιστορίας. Ήθελα μόνο να αποτίσω ένα φόρο τιμής στο άτομο που μου έδωσε και μου δίνει τόσο πολύτιμη βοήθεια.) 



Η Ονειρεύτρια Των Ατελείωτων Ονείρων

Στο σημείο του ορίζοντα όπου η Φαντασία και η Λάμψη συναντώνται με το πιο ιδιόρρυθμο πάθος της Δημιουργίας βρίσκεται και κοιμάται η Ονειρεύτρια Των Ατελείωτων Ονείρων.
Ακίνητη, γαλήνια και εκθαμβωτική, ξαπλώνει στο πιο φωτεινό στερέωμα του ύψιστου ουρανού. Κανείς δεν έχει μάθει το χρώμα των ματιών της καθώς δε τα άνοιξε ποτέ˙ ποτέ δε ξύπνησε. Γεννήθηκε ονειρευόμενη και θα ζήσει ονειρευόμενη, η Ονειρεύτρια Των Λαμπερών Ονείρων.
Το σώμα της˙ αραχνοΰφαντο, κάτω από το λευκό πέπλο που τη σκεπάζει. Τα χέρια της σταυρωτά κάτω από το στήθος της κρατούν μια χρυσαφένια καρδιά. Και κάθε φορά που ένα όνειρο τελειώνει, η Ονειρεύτρια σφίγγει την καρδιά με δύναμη κι εκείνη μεγαλώνει.
Ως τώρα, τρεις φορές έχει μεγαλώσει η καρδιά, μία για κάθε δέκα χρόνια. Και σε οκτώ χρόνια ξανά τα όνειρα πάλι θα τελειώσουν και θα αρχίσουν μέσα στην ίδια στιγμή. Και μέσα σε κάθε στιγμή φωτός είναι που η γυναίκα ονειρεύεται μια ολόκληρη ζωή. Και είναι σαν ένα χνούδι από τα σύννεφα του ουρανού η κάθε μία ζωή που ονειρεύεται η Ονειρεύτρια Των Ακατόρθωτων Ονείρων.
Πόσες ζωές έχει ονειρευτεί σε αυτά τα χρόνια; Πόσους ουρανούς; Πόσους κόσμους; Πόσες ψυχές έχουν περάσει από την καρδιά  της και πόσοι άνεμοι έχουν χαλάσει τα μαλλιά της; Κι αν τα δέντρα, που ανάμεσά τους περιπλανιέται, είναι οι επιθυμίες της, τότε ο καταγάλανος ουρανός που στέκει από πάνω τους είναι η στοργή με την οποία αγκαλιάζει όσα εκείνη αγαπάει και όλα όσα την αγαπάνε. Κι όταν στέκεται χαμογελαστή στην κορυφή ενός βουνού, πιο πάνω κι απ’ τα αστέρια, εκεί είναι που αν απλώσει το χέρι της μπορεί να αγγίξει την ίδια της τη σκέψη και να φύγει σε καινούρια ζωή.
Το ίχνος του εαυτού της χαράσσει πίσω της τη φωτεινή της πορεία ανάμεσα στα όνειρα. Και η ενέργεια της ζωής της, της κάθε μίας ζωής της, την περικλείει σε κάθε της βήμα, κάθε της δημιουργία. Εκεί που είναι η θέση για το τέλος, η Ιρήνια βάζει πάντα μια νέα αρχή. Κι έτσι, οι κύκλοι των ονείρων της φτιάχνουν ένα σχήμα λαμπερό, ατέρμονο.
Πόσες ζωές έχει ζήσει, άραγε, η Ονειρεύτρια Των Ατελείωτων Ονείρων; 

Φλεγόμενος Ορίζοντας

(Η ιστορία είναι αφιερωμένη και γραμμένη για τον Αλέξανδρο Παστιρματζή. Το πρώτο, πρώτο άτομο που έδωσε αληθινή σημασία στις ιστορίες μου. Τον πρώτο που μου έδωσε βοήθεια και κίνητρο για να συνεχίσω να γράφω στην Κοσμοσύρια.
Με τον Αλέξανδρο μας συνδέει το Μέταλ. Η αγάπη μας για τις ιστορίες. Η τρέλα μας για RPG παιχνίδια. Και, τώρα, ο ίδιος είναι πλέον μέρος του Σκοτεινού Γαλαξία.
Άλεξ, σ' ευχαριστώ πολύ! Αν δεν ήσουν εσύ, κάποιες από τις ιστορίες της Κοσμοσύριας δε θα είχαν γραφτεί καθόλου.)


Φλεγόμενος Ορίζοντας

Είκοσι δύο χρόνια πριν από το περιστατικό του Αμηντίτ, το οποίο δίχασε την Τεχνοεκκλησία και επέφερε το Σχίσμα, οι Δέκα Χιλιάδες προσγειωνόταν στον κρυστάλλινο πλανήτη Μισία, στο αστρικό σύστημα του Ιμέμ.
Η ξεχωριστή αυτή ομάδα, με τα μέλη της προσεκτικά επιλεγμένα από τα τάγματα του στρατού των Νέων, είχε αναλάβει να αντιμετωπίσει τους Λευκούς Πειρατές, τους πιο διαβόητους λαθρεμπόρους νανοσκευασμάτων σε ολόκληρο το αστρικό σύστημα του Φιλσαμίρ.
Για δύο εβδομάδες συγκρούονταν αλύπητα οι δυνάμεις τους μέχρι που τα κύρια μάχιμα σώματα και των δύο πλευρών είχαν εξοντωθεί. Κουρασμένοι από τις επαναλαμβανόμενες μάχες, με το ηθικό διαλυμένο από το θάνατο παντού γύρω τους και τα φρέσκα πτώματα ως καθημερινή συντροφιά, οι διασκορπισμένοι εναπομείναντες πολεμιστές αναζητούσαν ο ένας τον άλλο.
Μια τελευταία μάχη. Αυτό ήταν το μόνο που τους έδινε δύναμη για να συνεχίσουν. Αυτό είχε απομείνει πια στη ζωή τους. Το όριο ανάμεσα στο σωστό και το λάθος είχε ξεθωριάσει μετά από δύο εβδομάδες ασταμάτητων σκοτωμών. Οι όροι ‘στρατιώτης’ και ‘λαθρέμπορος’ είχαν χάσει πλέον τη σημασία τους. Η δόξα που περίμεναν όταν προσγειωνόταν, ορθωμένοι και περήφανοι οι στρατιώτες της Μεγιδδούς, ήταν τα κομμένα κεφάλια των εχθρών τους. Ήταν οι λεπίδες στα ίδια τους τα χέρια, που στρίβανε βαθιά μέσα στα σπλάχνα των λαθρεμπόρων. Ήταν οι ριπές λέιζερ που έκαιγαν τα σώματα των Λευκών Πειρατών, εξαΰλωναν τα μάτια τους και άφηναν τα τσουρουφλισμένα τους πτώματα να πέσουν στο έδαφος ως άχρηστες σάρκινες μάζες, βιολογικά σκουπίδια που πριν λίγο ήταν σώμα και πνεύμα.
Από την άλλη πλευρά της σύγκρουσης, η κυριαρχία που ονειρευόταν οι Λευκοί Πειρατές στο σύστημα του Ιμέμ ήταν πια όχι μόνο χωρίς ελπίδες αλλά τώρα έπρεπε να αγωνιστούν ως τον τελευταίο, αν ήθελαν να συνεχίσουν να υπάρχουν ως οργάνωση. Η εμπροσθοφυλακή τους είχε θεριστεί, ο αρχηγός τους είχε στείλει μια ριπή λέιζερ ανάμεσα στα μάτια του και οι λίγοι που απέμειναν ήταν κυρίως μηχανικοί και επιστήμονες. Χωρίς ικανό πολεμικό δυναμικό, με μόνη τους ελπίδα την ανασύσταση της οργάνωσης και τη θέση του αρχηγού (την οποία ο καθένας ήθελε για τον εαυτό του) μετά το τέλος της μάχης, οι Λευκοί Πειρατές είχαν αποφασίσει να εξαλείψουν την απειλή που είχε προσγειωθεί στη Μισία πριν τους αφανίσει ολοκληρωτικά.
Καθώς το τέλος της μάχης ήταν κοντά και οι στρατοί ήταν ουσιαστικά αποδεκατισμένοι, ένα μεταγωγικό καμάτ πλησίαζε στο τελευταίο φυλάκιο, λίγες δεκάδες μέτρα μακριά από το αρχηγείο της βάσης Σόρλας. Μέσα στο, βαριά θωρακισμένο, όχημα βρισκόταν μόνο δύο άντρες από τους δεκαοχτώ που μπορούσαν να επιβιβαστούν συνολικά.
«Αυτό ήταν. Σταμάτησε πίσω από την αριστερή τσιμεντένια προεξοχή για να κρύψουμε το καμάτ» είπε ο Αλέξανδρος στο Φίμμερπο.
Ο Αλέξανδρος Μένειπος ήταν ταγματάρχης του σώματος ξηράς των Νέων και ο Φίμμερπος Τένσιος ήταν ένας απλός στρατιώτης. Όμως, οι βαθμοί στη Μισία είχαν πάψει από καιρό να ισχύουν, έστω και για την τιμή της ιεραρχίας. Τα παράσημα και τα διακριτικά στις στολές τους είχαν κρυφτεί, θαμμένα κάτω από το αίμα των εχθρών τους, λερωμένα από τα εντόσθια που με τα χέρια τους είχαν τραβήξει έξω από τις κοιλιές των πειρατών. Δεν υπήρχε χώρος για βαθμούς, περηφάνια ή τιμή, όταν εκσφενδόνιζαν τις διάτρητες λόγχες τους μέσα στα στόματα, στα γεννητικά όργανα και στα μάτια των λαθρεμπόρων.
Κανείς τους δεν ήθελε να το ομολογήσει, αλλά αυτό που τους κρατούσε ενωμένους τώρα πια ήταν ο φόνος. Το ένστικτο για επιβίωση είχε κρυφτεί. Δε τρέχανε για να ξεφύγουν. Δε ψάχνανε τρόπους για να αποφύγουν τη μάχη. Αντιθέτως, ανυπομονούσαν να σκοτώσουν ξανά. Μόνο έτσι θα τελείωνε αυτός ο εφιάλτης. Με περισσότερο εφιάλτη.
Κατεβήκανε από το σταθμευμένο όχημα και ετοιμάστηκαν να εισβάλλουν στο φυλάκιο. Ο Αλέξανδρος τοποθετούσε τα βραχέα εκρηκτικά στην πόρτα καθώς ο Φίμμερπος ατένιζε τον ουρανό.
Αφού τοποθέτησε το τελευταίο κομμάτι στο μικρό εκρηκτικό δίκτυο που είχε ετοιμάσει, ο ταγματάρχης κοίταξε το Φίμμερπο. Είχε ακόμα στραμμένο το βλέμμα του στον ουρανό και ήταν ανήσυχος.
«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε βιαστικά.
Ο Φίμμερπος, χωρίς να κατεβάσει το κεφάλι, απάντησε.
«Ο Ιμέμ. Είναι παράξενος σήμερα. Βλέπεις αυτό το πορτοκαλί δαχτυλίδι γύρω του;» είπε κι έδειξε προς το άστρο.
Ο Αλέξανδρος ύψωσε το βλέμμα.
«Ναι, το βλέπω. Τι έχει;» είπε χωρίς να έχει ιδέα από αστροφυσική.
Ο Φίμμερπος κάρφωσε το βλέμμα στον ταγματάρχη, παίρνοντας ένα πολύ σοβαρό ύφος.
«Δεν έπρεπε να είναι εκεί!» είπε και τα λόγια του ακούστηκαν σαν απειλή. Επανέφερε το βλέμμα στον ουρανό.
«Μελετάω το διάστημα σε όλη μου τη ζωή, Αλέξανδρε. Έχω πατήσει στο πέτρινο κέλυφος του κομήτη Πράϊου, δύο μέρες πριν συγκρουστεί με τα βουνά του Νούναμικ. Έχω υπολογίσει την κοσμική ροή και τη σκοτεινή συχνότητα του Κενάριου νεφελώματος. Αλλά, αυτό; Δεν έχω την παραμικρή εξήγηση ή πιθανολογία για το τι στα κομμάτια είναι.»
Ο Αλέξανδρος δυσκολευόταν να καταλάβει.
«Χρειάζεται οπωσδήποτε να είναι κάτι;»
«Η άγνοια είναι στ’ αλήθεια ευτυχία» σκέφτηκε ο Φίμμερπος. Αλλά, καθώς δεν ήξερε πράγματι τι συμπέρασμα να βγάλει για το άγνωστο αυτό φαινόμενο που λάμβανε χώρα γύρω από τον Ιμέμ, είπε μόνο αυτό για το οποίο ήταν σίγουρος.
«Ξέρω μόνο ότι αυτό το πράγμα δεν είναι καλό. Δε ξέρω τι είναι και τι κάνει εκεί, αλλά δε μου αρέσει καθόλου.»
Ο Αλέξανδρος έστρεψε στα γρήγορα τα μάτια προς την πόρτα του φυλακίου και ενεργοποίησε τον πυροκροτητή στο χέρι του. Η πόρτα έσκασε και τινάχτηκε προς τα μέσα.
«Αρκετό χρόνο χάσαμε. Ετοιμάσου» είπε στο στρατιώτη.
Με τα όπλα φορτισμένα τρέξανε στο διάδρομο του φυλακίου. Μέχρι να φτάσουν στην άλλη άκρη, μπροστά στα παράθυρα, συναντούσανε μόνο πτώματα.
«Μας πρόλαβαν άλλοι δικοί μας. Πάμε να ελέγξουμε το αρχηγ-» ξεκίνησε να λέει ο Αλέξανδρος, δείχνοντας το αρχηγείο μέσα από τα παράθυρα, αλλά δε πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του. Μια απρόσμενη σεισμική δόνηση τράνταξε την περιοχή.
Χάσανε κι οι δύο την ισορροπία τους και ξαπλωθήκανε στο πάτωμα.
«Έκρηξη;» ρώτησε ο Φίμμερπος, καθώς στηριζόταν στα γόνατα και σηκωνόταν όρθιος.
«Δε νομίζω» απάντησε ο Μένειπος που είχε ήδη κολλήσει στο παράθυρο, παρατηρώντας το αρχηγείο απέναντι. Χωρίς να πάρει το βλέμμα του από εκεί, συνέχισε.
«Κάτι είδα πριν ταρακουνηθούμε. Νομίζω πως στο αρχηγείο βρίσκεται ο ίδιος ο Σόρλας Τάναρ με τον εσώτερο κύκλο του.»
«Πάμε;» έκανε ανυπόμονος ο Φίμμερπος και ξεκίνησε να προχωράει προς την έξοδο.
«Όχι, περίμενε» τον σταμάτησε ο ταγματάρχης. «Αν ο Τάναρ είναι εκεί, ποιος ξέρει πόσους έχει μαζί του. Ας στήσουμε έναν εντοπιστή κινήσεων για να ελέγχει την πύλη του αρχηγείου κι ας περιμένουμε.»
Μετά από περίπου είκοσι λεπτά οι δυο πολεμιστές καθόταν μπροστά στην κονσόλα ελέγχου του φυλακίου, αναμένοντας το σήμα συναγερμού του εντοπιστή.
Δεν είχαν και πολλά να κάνουν για όση ώρα περιμένανε.
«Πού θα πας όταν τελειώσουμε από εδώ;» ρώτησε το στρατιώτη ο Αλέξανδρος. Δε τον ένοιαζε να μάθει στ’ αλήθεια. Ήθελε μόνο να πιστέψει ότι θα έφευγαν από εκεί στο τέλος. Είχε ανάγκη να ζήσει, για λίγο, μέσα σε ένα κόσμο όπου το τέλος δε θα ερχόταν σε ένα στενό φυλάκιο, ανάμεσα σε νεκρούς στρατιώτες, επάνω στον ξεχασμένο αυτό πλανήτη.
Ο Φίμμερπος είχε την ίδια ακριβώς ανάγκη. Δεν έχασε την ευκαιρία.
«Θα πάρω άδεια για δέκα μέρες, επιπλέον της τιμητικής φυσικά. Θέλω να επιστρέψω στο εργαστήριό μου, στο γραφείο μου. Εσύ;»
«Θα τρέξω στην κοπέλα μου. Ούτε θυμάμαι πια πόσο καιρό έχω να δω την Εύστη. Τρεις μήνες; Τέσσερις; Θα μείνω δίπλα της μέχρι την τελευταία μέρα αδείας!»
Η διάθεσή του είχε βελτιωθεί όσο σκεφτόταν την Εύστη. Για λίγες στιγμές η σκέψη του έφυγε μακριά από τα πτώματα, τους φόνους και τα λέιζερ. Η μοναδική εικόνα στο μυαλό του ήταν τα καστανά της μάτια. Τα κατακόκκινα, κοντοκουρεμένα μαλλιά της με το λεπτό ασημένιο πιαστράκι που τα μάζευε πίσω και σχημάτιζε μια μικρή κοτσίδα. Θυμήθηκε το χαμόγελό της και τα λεπτά, αχνά, δειλά ροζ χείλη της.
Παρασύρθηκε και, για λίγα δευτερόλεπτα, χαμογελούσε. Το βάρβαρο πολεμικό κτήνος είχε εξαφανιστεί μέσα του, έστω για λίγο.
Και, καθώς οι δυο άντρες ατενίζανε το μέλλον και την τόσο επιθυμητή ασφάλεια και την ηρεμία τους, ακούστηκε ο χαμηλός συναγερμός του εντοπιστή.
«Ο Σόρλας» είπε βιαστικά ο Αλέξανδρος και πετάχτηκε όρθιος, ετοιμάζοντας το όπλο του. Ο Φίμμερπος τον ακολούθησε σχεδόν αμέσως, ψάχνοντας για χειροβομβίδες ευρείου πλάσματος στις τσέπες του. Τα κτήνη είχαν επανέλθει και ήταν έτοιμα για περισσότερους σκοτωμούς.
Όρμησαν έξω από την ανατιναγμένη πύλη του φυλακίου και κολλήσανε στο πίσω μέρος του καμάτ, προσπαθώντας να φτάσουν σιγά-σιγά στην τσιμεντένια προεξοχή και να παρατηρήσουν τον εχθρό.
«Δε θα ήταν προτιμότερο να μέναμε μέσα και να τους πυροβολούμε από τα παράθυρα;» ψιθύρισε ο Φίμμερπος στον ταγματάρχη.
«Όχι. Τα αρχηγεία των Λευκών Πειρατών είναι πάντα εξοπλισμένα με ρουκετοβόλα για να ρίχνουν τα αεροσκάφη μας. Με μια βολή θα μας κάνουν σκόνη.»
«Τότε να πάρουμε το καμάτ» πρότεινε ο στρατιώτης.
«Φίμμερπε, σύνελθε! Ένα από τα πιο αποτελεσματικά όπλα των πειρατών είναι ο ηλεκτρομαγνητικός τους παλμός! Οι καταραμένοι οι Βοριστές τούς τον πουλάνε. Θα έρθει και για εκείνους η ώρα κάποτε.»
Σκέφτηκε στα γρήγορα και αποφάσισε.
«Πες μου πόσοι είναι. Θα χρησιμοποιήσουμε συστοιχία γυάλινων οίλων και θα τελειώσουμε εύκολα.»
Ο Φίμμερπος ξαφνιάστηκε.
«Μα οι γυάλινοι οίλοι είναι πειράματα ινσκ!»
Ο Αλέξανδρος την περίμενε τέτοιου είδους αντίδραση.
«Δεν είναι όλα τα πειράματα ινσκ αποτυχημένα, συνάδελφε.» είπε με ύφος.
Ο Φίμμερπος ήξερε πως δεν ήταν ώρα για συζήτηση. Έβγαλε το κεφάλι του έξω από τον τσιμεντένιο τοίχο κι έριξε μια γρήγορη ματιά στην πύλη του αρχηγείου, τρία δευτερόλεπτα πριν μια κίτρινη ριπή λέιζερ τον αναγκάσει να κρυφτεί ξανά.
«Τουλάχιστον δεκαπέντε.»
«Εντάξει» είπε ο Αλέξανδρος και άρχισε να ετοιμάζει τους οίλους. Απόθεσε στο χώμα, όσο πιο κοντά γινόταν στη γωνία του τοίχου, για να το δουν οι πειρατές όταν θα ήταν η ώρα, ένα μικρό σιδερένιο τρίποδα με μια γυάλινη σφαίρα κολλημένη επάνω, διαμέτρου το πολύ είκοσι εκατοστών. Πίεσε με δύναμη το επάνω μέρος της σφαίρας. Από διάφανη που ήταν, η σφαίρα πήρε ένα γαλάζιο-μωβ χρώμα. Μικρές, λεπτές κίτρινες φωτεινές κορδέλες αναδύθηκαν από το γυάλινο σώμα και το περιτριγύριζαν με μεγάλη ταχύτητα.
Οι δύο πολεμιστές τρέξανε αμέσως πίσω, στην ασφάλεια του φυλακίου. Κάθε ένα από τα ποδαράκια του τρίποδα εμφάνισε μια μικρή, στρογγυλή τρύπα από όπου άρχισε να αναδύεται γαλάζιος καπνός. Ο καπνός απλώθηκε γρήγορα σε μια έκταση σχεδόν κυκλική γύρω από τη συσκευή και είχε εμβαδό δεκατέσσερα τετραγωνικά μέτρα. Ήταν αδύνατο να μη τον προσέξουν οι πειρατές.
Δυνατά βήματα γέμισαν το χώρο έξω από το φυλάκιο. Αμέσως μετά, ομιλίες. Ησυχία. Και, ξαφνικά, τρομαγμένες φωνές. Ουρλιαχτά. Οι ήχοι που κάνουν τα σώματα όταν πέφτουν άψυχα στο έδαφος. Και, τέλος, σιωπή. Ο ιερός μανδύας του θανάτου.
«Ωραία. Αυτό ήταν» είπε ήσυχος ο Αλέξανδρος. «Τώρα, τρέχουμε στο αρχηγείο, καθαρίζουμε όσους έχουνε μείνει και στέλνουμε σήμα στους δικούς μας να έρθουν να μας πάρουν από εδώ.»
Έξω από το φυλάκιο είδανε τα αφυδατωμένα, άψυχα σώματα των λαθρεμπόρων. Ανάμεσά τους κι ο περιβόητος Σόρλας Τάναρ. Η συσκευή με τον τρίποδα έστεκε άχρωμη και, πλέον, άχρηστη στο κέντρο του μακάβριου κύκλου.
Μέσα στο αρχηγείο δε βρήκανε κανέναν άλλο. Ανακουφισμένοι, ακουμπήσανε τα όπλα σε μια άκρη και ο Φίμμερπος έθεσε την τηλεοθόνη στον καρπό του σε πλανητική εμβέλεια, έτοιμος να στείλει σήμα για αναφορά αποπεράτωσης αποστολής και ασφαλή μετάβαση πίσω στη Μεγιδδώ.
Δε πρόλαβε. Το έδαφος σείστηκε ξανά. Ξαπλώθηκαν και πάλι στο πάτωμα, ανάσκελα. Ο σεισμός σταμάτησε. Ξαφνικά, δυσκολευόταν πολύ να αναπνεύσουν. Πανικοβληθήκανε. Τρέξανε έξω από το κτίριο, αναζητώντας οξυγόνο. Ο ορίζοντας στο βάθος φλέγονταν. Ο ουρανός ήταν κατακίτρινος. Το οξυγόνο ανύπαρκτο. Πέσανε στα γόνατα, φοβισμένοι και απελπισμένοι. Πάλευαν για αναπνοή.
Με τα μάτια ορθάνοιχτα από τον τρόμο, κοιτάζανε τις φλόγες στο βάθος, που πλησιάζανε.
Πρώτος έφυγε ο Φίμμερπος. Το κουφάρι του έμεινε κοκαλωμένο με το πρόσωπο πεσμένο ίσια στο έδαφος και τα χέρια στο λαιμό του, από την αγωνία του να ανασάνει.
Ο Αλέξανδρος πρόλαβε να καλέσει την Εύστη από την τηλεοθόνη στον καρπό του. Ήταν ξαπλωμένος στο πλάι, με τα μάτια του καρφωμένα στην οθόνη.
«Αλέξανδρε; Αγάπη μου!» φώναξε χαρούμενη η κοπέλα όταν απάντησε στην κλήση και είδε το πρόσωπό του.
«Τελειώσατε, μωρό μου; Πότε επιστρέφεις;» ρώτησε πανευτυχής.
Δε μπορούσε να της απαντήσει. Μετά βίας έβρισκε τη δύναμη να παραμείνει ζωντανός. Ήθελε απλά να τη δει για μια τελευταία φορά.
Οι φλόγες πλησίαζαν. Το μόνο που τον κρατούσε ακόμα στη ζωή ήταν η εικόνα της, το πρόσωπο της. Τα μάτια της.
Προσπάθησε να χαμογελάσει. Αλλά οι μύες του παρέμειναν ανέκφραστοι. Οι φλόγες είχαν πια φτάσει. Για μια στιγμή, ακουγόταν οι ανήσυχες λέξεις της γυναίκας, το μπέρδεμά της, η φωτιά που έτριζε επάνω στο έδαφος.
Την επόμενη στιγμή, οι φλόγες τον πήρανε.
Δύο μήνες αργότερα, οι επιστήμονες της Μεγιδδούς είχανε καταλήξει: αστρικός νιχιλισμός. Μοναδικό, στο είδος του, φαινόμενο. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ο Ιμέμ είχε μεταλλαχθεί σε φασματικό άστρο. Σε ολόκληρο το σύστημά του, οι ατμόσφαιρες όλων των πλανητών κάηκαν μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Ένα ολόκληρο αστρικό σύστημα πέθανε μέσα σε μια στιγμή του κόσμου.
Αλλά, τα αστέρια του ουρανού είναι τόσα, ώστε πάντα να υπάρχουν μερικά ακόμη. Κι έτσι, η Μεγιδδώ επέστρεψε γρήγορα στην καθημερινότητά της. Ξέχασε τους Δέκα Χιλιάδες και συνέχισε την ζωή που ήδη είχε στο δικό της αστρικό σύστημα, το Φιλσαμίρ.
Μέχρι να έρθει, τριάντα δύο χρόνια μετά, η σειρά της στην καταραμένη πορεία του Σκοτεινού Γαλαξία.

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011

Σημάδια

(Αφιερωμένη σε όλα τα άτομα που είναι έτσι. Αν είσαστε, τότε θα καταλάβετε την ιστορία.)


Σημάδια

«Σκοτάδι. Όχι έξω. Έξω ο κόσμος ισορροπεί. Στηρίζεται επάνω στο θάνατο και στην ελπίδα και ισορροπεί. Το μέσα σκοτάδι είναι που πληγώνει. Και πληγώνει με όλους τους τρόπους.»
Σταμάτησε. Άνοιξε το χέρι και άφησε το μολύβι να πέσει επάνω στο ανοιχτό τετράδιο. Με την ανοιχτή παλάμη αγκάλιασε το μπράτσο του άλλου χεριού. Ένιωσε μια μικρή, πολύ μικρή ανακούφιση. Είναι παράδοξα γαλήνια αυτή η ανακούφιση κι ας κρατάει μονάχα λίγα δευτερόλεπτα. Αμέσως, ο πόνος επέστρεψε. Και ο άλλος πόνος επέστρεψε επίσης. Άρπαξε το μολύβι και συνέχισε να γράφει.
«Πόνος. Η κραυγή από μέσα μου προσπαθεί να βγει, σκίζοντας το δέρμα. Αφήνοντας σημάδια επάνω του. Συνήθως τη συγκρατώ. Αλλά, απόψε το τέρας νίκησε και βγήκε έξω ξανά. Ο εαυτός μου κρύβεται, τυλιγμένος γύρω μου, περιμένοντας να επιστρέψει για να κλάψει επιτέλους.»
Σηκώνοντας για μια στιγμή το μολύβι από το χαρτί, έφερε την παλάμη του άλλου χεριού στο στήθος. Στο μέρος της καρδιάς. Στην Πηγή. Και στα σημάδια που κάλυπταν την Πηγή. Ο πόνος επάνω στα σημάδια ήταν μεγάλος, αλλά ο άλλος, εκείνος που βρίσκεται από κάτω τους, είναι αβάσταχτος. Ακούμπησε το μολύβι στο χαρτί και ξανάρχισε να γράφει.
«Το αίμα θα στεγνώσει. Πάντα στεγνώνει. Τα σημάδια θα ξεθωριάσουν. Ο πόνος, όμως, θα συνεχίσει να καταστρέφει. Μέχρι το τέρας να με ξανασκίσει και να ξαναβγεί στην επιφάνεια. Και, πριν το αντιληφθώ, θα έχει ήδη αποφασίσει για εμένα για άλλη μια φορά.»
Σταμάτησε ξανά. Άφησε το μολύβι κι έσπρωξε το τετράδιο στην άκρη.
Στάθηκε για λίγο χωρίς να κινείται, χωρίς να σκέφτεται, δίχως να ενδιαφέρεται.
Είχε τελειώσει. Το τέρας είχε ξαναμπεί μέσα και κοιμόταν, άγνωστο για πόσο ως συνήθως. Είχε τελειώσει κι αυτή η καταιγίδα. Το χάος έκανε διάλλειμα ξανά και τώρα το μυαλό είχε ανάγκη τη Λήθη.
Σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι το κρεβάτι. Ξάπλωσε επάνω σε ένα γκρίζο σεντόνι, χρωματισμένο με κόκκινες σταγόνες ανεκπλήρωτων ονείρων. Ακόμα και κάτω από το πιο ελαφρύ σκέπασμα πονάνε τα σημάδια. Από μόνη της η επαφή τους με την πραγματικότητα είναι αρκετή για να τα πιέσει ή να τα ανοίξει περισσότερο.
Έκλεισε τα μάτια, έκλεισε τα δάκρυα και το μυαλό πέρασε στη Λήθη. Κοιμήθηκε στην αγκαλιά της αφελούς, αθώας ησυχίας. Το σκοτάδι ήταν ακόμα εκεί, ο πόνος ζούσε συνεχώς μέσα. Η μέρα που μόλις είχε φύγει, θα ξαναρχόταν. Και, στο ενδιάμεσο, θα έκανε όσα βήματα μπορούσε να αντέξει, ώσπου το τέρας να ξυπνήσει ξανά.
Έτσι χαράσσουν κάποια άτομα την πορεία τους στον κόσμο. Όχι με λέξεις, ούτε με ήχους, ούτε με έργα.
Με σημάδια.

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011

Κριτική!

Την άνοιξη του 2001 ξεκίνησα να γράφω. Η αφορμή ήταν τα βιβλία του Άρχοντα Των Δαχτυλιδιών. Από τότε, στα 10 χρόνια που πέρασαν, έχω φτιάξει πέντε διαφορετικά σύμπαντα και έχω γράψει μερικές σύντομες ιστορίες. Κάποιες από τις σύντομες ιστορίες ανήκουν σε κάποια από αυτά τα σύμπαντα, αλλά μερικές είναι ανεξάρτητες.

Σε κάθε κόσμο που δημιουργούσα και ανέπτυσσα, άλλαζα το ύφος γραφής μου.

Στον πρώτο κόσμο, (Νιμησία) που τον ξεκίνησα όταν ήμουν ακόμα 17 περίπου χρονών, το ύφος γραφής ήταν ουσιαστικά αντιγραφή από το ύφος γραφής του John Tolkien. Η επιρροή του επάνω μου ήταν πολύ έντονη και είχα μόλις ξεκινήσει να γράφω. Έτσι, ό,τι πιο κοντινό είχα σε συγγραφή ήταν εκείνος. Παρόλο που τα βασικά στοιχεία του πρώτου μου κόσμου δεν είναι αντιγραφή από τίποτα (ευτυχώς!), το ύφος γραφής είναι καθαρός Tolkien.

Μερικά χρόνια αργότερα, αποφάσισα να ξεκινήσω μια σύντομη παιδική ιστορία για τον αδερφό μου. Αυτό που τελικά συνέβη ήταν να προκύψει ένα νέο σύμπαν (Σάμνα Σάνυα), μεσαιωνικό όπως το πρώτο, αλλά με αρκετά στοιχεία τρόμου, ειδικά στην προϊστορία του. Εκεί, άλλαξα το ύφος γραφής μου και άρχισα να διαμορφώνω, χωρίς να το καταλαβαίνω απόλυτα, το δικό μου ύφος γραφής σιγά-σιγά. Παρατηρούσα την πορεία της ιστορίας, την πορεία της προϊστορίας και κάτι μου άρεσε, κάτι αόριστο που δεν ήξερα τί στο καλό ήταν. Λίγο αργότερα κατάλαβα πως ήταν ο τρόπος με τον οποίο έγραφα.

Ο τρίτος κόσμος (Σκοτεινός Γαλαξίας) δημιουργήθηκε χάρη σε ένα τραγούδι. Για την ακρίβεια, χάρη στο συναίσθημα που μου δώσανε τα τελευταία δευτερόλεπτα ενός τραγουδιού! Κι εκείνος ξεκίνησε ως σύντομη ιστορία, αλλά κατά τη συνηθισμένη μου πλέον μέθοδο, εξελίχθηκε σε ολόκληρο σύμπαν. Ο τρίτος κόσμος ξεκίνησε καθαρά ως ιστορία Τρόμου. Μόλις τελείωσα με την αυθόρμητη δημιουργία του (θα εξηγήσω άλλη φορά τί εννοώ με τον όρο 'αυθόρμητη δημιουργία'), άρχισα να σκέφτομαι και να ετοιμάζω τα βασικά στοιχεία του κόσμου αυτού. Και, χάρη στην αγάπη μου για την τεχνολογία και το διάστημα, ενέταξα τελικά τον τρίτο κόσμο στην κατηγορία Επιστημονικής Φαντασίας - Τρόμου.

Από την αρχή της δημιουργίας του, ο Σκοτεινός Γαλαξίας είχε κάτι που με ανακούφιζε και μου έδινε κίνητρο για να συνεχίσω. Γρήγορα κατάλαβα πώς είχα πλέον βρει το δικό μου ύφος γραφής. Ήταν η πρώτη του μορφή και ήταν τόσο διαφορετική και ξεχωριστή από οτιδήποτε άλλο είχα γράψει ως τότε, που μου έδωσε λόγο να συνεχίσω. Για το λόγο αυτό, ο Σκοτεινός Γαλαξίας είναι ο μέχρι τώρα περισσότερο ολοκληρωμένος κόσμος μου. Έχει τις περισσότερες σελίδες, τις περισσότερες σημειώσεις, τα πιο πολλά σχεδιαγράμματα και προσχεδιασμένα δύο βιβλία, από τα οποία, το πρώτο είναι ολοκληρωμένο πάνω από τη μέση. Η ανακούφιση που μου έδωσε το γεγονός ότι είχα επιτέλους βρει το δικό μου ύφος γραφής, με βοήθησε να αναπτύξω τον κόσμο αυτό περισσότερο από τους προηγούμενους.

Από τη στιγμή που αντιλήφθηκα πως είχα πλέον φτιάξει το προσωπικό μου ύφος στο γράψιμο, άρχισα να σκέφτομαι παραπέρα. Για να καταπολεμήσω το πρόβλημα που εμφανιζόταν με τη διαρκή δημιουργία διαφορετικών συμπάντων (έπρεπε κάποια στιγμή να πάω πίσω και να ολοκληρώσω αυτά που είχα ήδη φτιάξει!) αποφάσισα πως, αν έφτιαχνα κι άλλο κόσμο, αυτός θα ήταν ο τελευταίος. Για να είμαι σίγουρος πως δε θα ήθελα να φτιάξω κι άλλον μετά, αποφάσισα να κάνω τον τελευταίο κόσμο, ένα κόσμο με παράλληλα σύμπαντα. Έτσι, κάθε φορά που θα μου ερχόταν μια ιδέα για κάτι καινούριο, σε όποια κατηγορία συγγραφής κι αν αυτό ανήκε, θα μπορούσα να το προσαρμόζω στον κόσμο των παράλληλων συμπάντων. Αυτός ήταν ο τέταρτος κόσμος μου (Πανκύριοι Κόσμοι, το όνομα είναι προσωρινό).

Αυτό ήταν, λοιπόν; Είπα πως θα έφτιαχνα ένα τελευταίο κόσμο και το έκανα; Όχι φυσικά! Μετά από λίγο καιρό, μην αντέχοντας την παρακμή στις καθημερινές τηλεοπτικές σαπουνόπερες και βλέποντας ότι οι καινούριες τηλεοπτικές σειρές βασιζόταν κατά 99% στα ερωτικά τρίγωνα, τις σχέσεις κλπ, αποφάσισα να γράψω μια ιστορία σε επεισοδιακή μορφή, σαν σειρά, που να έχει ως βάση το μυστήριο και την τεχνολογία με αληθινές ανατροπές κι όχι του τύπου "αυτή είναι η αδερφή που ποτέ δε γνώρισες" ή "τα είχα για δύο χρόνια με τον κολλητό σου". Αυτός ήταν ο πέμπτος κόσμος (Άρρητον). Δε περιμένω να τον ολοκληρώσω ποτέ, αλλά, μια και ήδη έχω ετοιμάσει την αρχή, το τέλος και τα βασικά στοιχεία της ιστορίας, μπορώ πλέον να γράψω για τα ενδιάμεσα. Έχω όμως άλλους τέσσερις κόσμους να ολοκληρώσω!

Αυτή ήταν μια σύντομη περιγραφή για τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε το ύφος γραφής μου σε κάθε νέο κόσμο που δημιουργούσα. Αλλά, δεν είναι αυτό που ήθελα να πω σε αυτό το σχόλιο! Ως συνήθως, έκανα μεγάλο πρόλογο μέχρι να φτάσω στο κυρίως θέμα.

Τί ήθελα να πω εξ' αρχής;

Ήθελα, πρώτα από όλα, να πω ότι με τίποτα δε περίμενα την ανταπόκριση που είχαν οι ιστορίες μου. Με τίποτα! Πίστευα ότι, στην καλύτερη περίπτωση, ο κόσμος θα αδιαφορούσε και θα ήταν σα να μην έφτιαξα ποτέ την Κοσμοσύρια. Στη χειρότερη περίπτωση, δε θέλετε να ξέρετε!

Όμως, εμφανίστηκαν άτομα που διαβάζουν φαντασία. Άτομα που τους αρέσει το διάβασμα, οι ιστορίες, άτομα που φτάσανε στο σημείο να μου πούνε πως τους αρέσει ακόμα κι ο τρόπος που γράφω!

Αυτή ήταν η μεγαλύτερη ικανοποίηση για εμένα. Τώρα γνωρίζετε, έστω και περιληπτικά, το πώς προχώρησα εδώ και δέκα χρόνια. Πάσχιζα να αποκτήσω ένα δικό μου ύφος γραφής και να γράψω ιστορίες που να μην είναι απολύτως κακές ή απαράδεκτες. Χάρη στις αντιδράσεις σας, μπορώ να νιώσω πλέον ότι, μετά από τόσα χρόνια, ίσως και να έμαθα κάτι για τη συγγραφή, ίσως κάτι, έστω κάτι λίγο να κατάφερα να μάθω ώστε να αγγίξω το πιο απομακρυσμένο όριο του περιθωρίου σε αυτό που λέγεται "συγγραφή".

Σας ευχαριστώ όλους για όσα μου έχετε πει, για τα μηνύματα, τις αντιδράσεις, τον τρόπο με τον οποίο εκφράζετε τις απόψεις σας.

Τελειώσαμε; Είπα αυτά που ήθελα να πω; Πάλι όχι! Ακόμα κι όταν συζητάω, παρασύρομαι με τέτοιο τρόπο να το ξέρετε! 

Ο λόγος για τον οποίο ξεκίνησα το ποστ είναι ο εξής: θέλω να μάθω τί δε σας αρέσει. Στον τρόπο γραφής μου, στις ιστορίες μου, στο οτιδήποτε. Πολλές περιγραφές; Λίγες περιγραφές; Ανόητα γραμμένος διάλογος; Λίγος διάλογος; Καθόλου διάλογος; Πολύ φαντασία; Κακή φαντασία; Κακοί τίτλοι στις ιστορίες; Κουραστικός τρόπος γραφής; Ορθογραφικά και συντακτικά λάθη;

Όλοι μας έχουμε πράγματα που θα αλλάζαμε. Σε ό,τι αφορά τις ιστορίες μου, θα ήθελα να ξέρω τί είναι αυτό που δε σας άρεσε. Είτε είναι μικρό, είτε μεγάλο. Αυτά που σας αρέσουν στις ιστορίες μου με βοηθάνε να συνεχίσω και αυτά που δε σας αρέσουν με βοηθούν να βελτιωθώ.

Αυτό ήθελα να πω, ορίστε!

Σας ευχαριστώ ξανά για το ενδιαφέρον που δείχνετε. Μπορείτε να επικοινωνείτε μαζί μου είτε μέσω facebook (ο σύνδεσμος βρίσκεται πάνω αριστερά στη σελίδα), είτε με σχόλια εδώ στο ίδιο το blog, είτε με email από το προφίλ μου στο blogger.

Α! Κάτι ακόμα! Δεν ήθελα να πω τίποτα μέχρι την τελευταία μέρα, αλλά μ' αρέσει να δημιουργώ μυστήρια.

Στις επόμενες μέρες, η Κοσμοσύρια θα αποτίσει φόρο τιμής στα δύο πρώτα άτομα που δώσανε αληθινή σημασία στις ιστορίες μου και μου δώσανε μεγάλη βοήθεια, με το δικό του τρόπο το κάθε άτομο. 

Αυτά :)

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

Η Σάρωση

(Ο δεύτερος κόσμος που έφτιαξα είναι η Σάμνα Σάνυα. Ξεκίνησε ως μια απλή, σύντομη παιδική ιστορία για τον αδερφό μου, αλλά κατέληξε να έχει μια σκοτεινή προϊστορία.
Η σύλληψη της παρούσας ιστορίας δεν οφείλεται σε εμένα, αλλά στο όνειρο κάποιας κοπέλας. Μου αφηγήθηκε αυτό που είδε και ήταν ανέλπιστο το πόσα βασικά στοιχεία περιέγραψε και πόσο καλά δομημένα ήταν μεταξύ τους.
Εκείνη έθεσε το μυστήριο κι εγώ έγραψα την εξήγησή του.
Στην αρχική μου εξήγηση η ιστορία δε λάμβανε χώρα στον κόσμο της Σάμνας. Καθώς έγραφα, όμως, αντιλήφθηκα ότι θα ταίριαζε ένας τέτοιος συνδυασμός κι έτσι αποφάσισα να την εντάξω σε αυτόν τον κόσμο.)


Η Σάρωση

«Η Σάρωση. Ο ασταμάτητος εφιάλτης των κατοίκων της Σάμνας για τα τελευταία, τουλάχιστον τριάντα χιλιάδες, χρόνια. Και, τότε, ήταν που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η χάραξη με πέτρα επάνω σε πέτρα. Ποιός ξέρει για πόσο καιρό υπήρχε πριν από την ανακάλυψη της γραφής;
Κάτι σχετικό με τα κύτταρά μας και τη ραδιενέργεια γάμμα. Αυτή είναι η πιο επιστημονική και επίσημη εξήγηση που προέκυψε μετά από έρευνα και μελέτη χιλιάδων ετών. Όταν η Σάρωση πλησιάζει, πρέπει να σταματήσεις οτιδήποτε κι αν κάνεις. Να κλείσεις τα μάτια, να σκεπάσεις το σώμα σου με ό,τι μπορείς και να χαμηλώσεις το μεταβολισμό του σώματός σου όσο γίνεται περισσότερο. Κάποιες φορές νιώθεις τη Σάρωση να σε βρίσκει στο στομάχι. Άλλες φορές στα πόδια. Όταν αρχίζεις να τη νιώθεις σε όλο σου το σώμα, είναι κακό σημάδι. Δε πρέπει να την αφήσεις να σε βρει.
Πάντα υπάρχει κάποια απώλεια μετά. Όταν ακούς τη Σάρωση έρχεται, ξέρεις ότι κάποιος θα πεθάνει. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να εύχεσαι να μην είσαι εσύ. Και, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η Σάρωση έρχεται κάθε μέρα, το μεσημέρι, όταν το άστρο Ημίας είναι πιο ψηλά στον ουρανό και πιο έντονος από όλη την υπόλοιπη ημέρα, γίνεται κατανοητό το πόσο ψυχοφθόρο είναι το συναίσθημα να ελπίζεις να πεθάνει ο διπλανός σου στη θέση σου.
Έχω εντοπίσει την πηγή του σήματος της Σάρωσης. Είναι παράξενο, αλλά πρόκειται για ένα συνηθισμένο δωμάτιο ξενοδοχείου, το οποίο μάλιστα λειτουργεί κανονικά εδώ και σαράντα τέσσερα χρόνια. Δε μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Αλλά δε τολμώ να πάρω μαζί μου τα δεδομένα που έχω συλλέξει όλα αυτά τα χρόνια κατά την αναζήτηση της πηγής του εφιάλτη της Σάμνας. Αν βρείτε τον ηχογράφο μου εδώ, μπροστά στην πόρτα του δωματίου, τότε δεν έχω επιστρέψει ακόμη. Πάρτε τον και ψάξτε κάποιον επιστήμονα που να μη φοβάται να ερευνήσει τη Σάρωση. Ίσως βρείτε ένα τρόπο να τη σταματήσετε. Δε ξέρω τι με περιμένει εκεί μέσα. Αντίο.»
Η Τεύτκρα πίεσε ξανά το πλήκτρο εγγραφής και η ηχογράφηση σταμάτησε. Έσκυψε με δυσκολία και ακούμπησε τον ηχογράφο της στο δάπεδο, δίπλα στην πόρτα του δωματίου 404. Άπλωσε το κουρασμένο χέρι της μπροστά κι έσπρωξε την πόρτα. Προς έκπληξή της, η πόρτα άνοιξε εύκολα.
«Τι στο καλό συμβαίνει, πώς είναι δυνατόν να μη το έχει καταλάβει κανείς ως τώρα;» αναρωτήθηκε, ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά τριγύρω.
Το προσωπικό του ξενοδοχείου, οι πελάτες, όλοι περπατούσαν ανέμελοι σα να μη συμβαίνει τίποτα. Η Τεύτκρα αντιλήφθηκε ξαφνικά πως, για όση ώρα ηχογραφούσε το μήνυμά της μπροστά στην πόρτα του δωματίου, οι διάδρομοι ήταν γεμάτοι από κόσμο που απλά αγνοούσε την ύπαρξή της. Παρατήρησε όμως ότι κανένας δε περνούσε από το διάδρομο στον οποίο βρισκόταν η ίδια, ούτε φαινόταν να ζει κανείς στα δωμάτια του συγκεκριμένου διαδρόμου.
«Θα τρελαθώ! Πρέπει οπωσδήποτε να μάθω!» φώναξε μέσα της και έσπρωξε την πόρτα μέχρι να ανοίξει εντελώς.
Παρόλο που περίμενε να αντικρίσει μια τρομακτική εικόνα που θα την έκανε να παγώσει από το φόβο της, αυτό που είδε μπροστά της μόλις έκανε ένα βήμα μέσα στο δωμάτιο ήταν μια συνηθισμένη κρεβατοκάμαρα ξενοδοχείου. Με εξαίρεση το ότι τα κρεβάτια ήταν γυμνά, χωρίς καν στρώματα, δεν υπήρχε κάτι άλλο παράξενο στο χώρο. Η Τεύτκρα δεν επαναπαύθηκε. Περπάτησε στις μύτες των ποδιών της κι έφτασε στο κέντρο του δωματίου. Είχε τεντωμένα τα αυτιά της, έτοιμη να τιναχτεί με τον παραμικρό θόρυβο κι ευχόταν να είχε φέρει μαζί της έστω ένα απλό πιστόλι.
Ένιωθε τα χέρια της πολύ κουρασμένα για να αμυνθεί σε μια μάχη σώμα με σώμα, αν χρειαζόταν. Από τα σαράντα εφτά της χρόνια, είχε ξοδέψει τα τριάντα δύο ερευνώντας τη Σάρωση. Ήταν η μεγάλη εμμονή της ζωής της, η μέγιστη θεωρία συνομωσίας για εκείνη. Κι όταν, μια μέρα, ανακάλυψε την πηγή του σήματος, σηκώθηκε από το γραφείο της και συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι είχε μεγαλώσει.
Δυσκολευόταν να αποφασίσει αν τελικά άξιζε που αφιέρωσε ολόκληρη τη νεαρή ηλικία της σε μία τρελή έρευνα. Αν δεν είχε ανακαλύψει ποτέ την προέλευση της Σάρωσης, ίσως να ήταν ήδη απογοητευμένη για τον τρόπο με τον οποίο έζησε. Στην πραγματικότητα, όμως, είχε καταφέρει το ακατόρθωτο. Βρισκόταν σε ένα ξεχασμένο δωμάτιο ξενοδοχείου, με όλα τα στοιχεία να την οδηγούν στο κέντρο του και την αγωνία στο σβέρκο της να μεγαλώνει και να την ανατριχιάζει.
«Δεν είναι δυνατόν να έγινε λάθος. Ο εντοπιστής μου έχει ακρίβεια τετραγωνικού εκατοστού. Το σήμα έρχεται από το κέντρο της κρεβατοκάμαρας!» αναλογίστηκε η γυναίκα.
Και, όπως γίνεται πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, η διαίσθησή της ήταν σωστή. Η ίδια δε το είχε καταλάβει αλλά, καθώς βάδιζε προς το κέντρο της κρεβατοκάμαρας, είχε περάσει μέσα από την πύλη μιας φαρδιάς, αόρατης κάψουλας. Και δε μπορούσε να φανταστεί τι υπήρχε μέσα στην κάψουλα.
Έμεινε ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα. Της είχε φανεί πως για μια στιγμή άκουσε μια μυϊκή κίνηση που δεν ήταν δική της. Μέσα στην απόλυτη ησυχία, η κίνηση ξανακούστηκε. Τότε ήταν που η Τεύτκρα είχε πλέον μετανιώσει ολοκληρωτικά που δεν είχε όπλο μαζί της. Οι μύες της αρχίσανε να συσπώνται, τα μάτια της να περιεργάζονται με μεγάλη ταχύτητα όλες τις γωνίες του δωματίου.
«Μη ταράζεσαι τέκνον μου» την τίναξε μια βαριά, ήρεμη, γέρικη αντρική φωνή που ήρθε ακριβώς από δίπλα της.
Από την τρομάρα της η Τεύτκρα χτύπησε το κεφάλι της στο αόρατο τείχος της κάψουλας κι έπεσε στο πάτωμα σχεδόν λιπόθυμη. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, είχε συνέλθει και, πολεμώντας μερικούς πόνους στη μέση, σηκώθηκε στα γρήγορα όρθια. Προσπαθούσε να καταλάβει αν η φωνή που είχε ακούσει ήταν αποτέλεσμα της αγωνίας της ή αν κάποιος ήταν όντως εκεί, μαζί της.
«Μη πιστεύεις αυτό που βλέπεις και μη φοβάσαι αυτό που δε βλέπεις» είπε η φωνή. Σοφία ανέδιδε η χροιά της. Το πλάσμα που μιλούσε δεν ήταν ένα συνηθισμένο αιμοδιψές τέρας, βγαλμένο από κάποια τυχαία ιστορία τρόμου. Θα μπορούσε να είναι ένας σοφός γέροντας, ένας μοναχός της Οσίας Κοιλάδας. Και, παρόλο που η όλη κατάσταση την είχε τρομοκρατήσει, η Τεύτκρα ένιωσε ζεστασιά στο άκουσμα αυτής της φωνής.
«Δε φοβάμαι» απάντησε εκείνη, ήρεμα κι αυθόρμητα. «Ποιός είσαι;»
Μπροστά στα μάτια της σχηματίστηκε η κάψουλα μέσα στην οποία βρισκόταν εδώ και λίγη ώρα. Εμφανίστηκε πολύ γρήγορα, σα να έπεσε ξαφνικά από τον ουρανό χωρίς να κάνει θόρυβο.
«Γιατί δε βλέπω εσένα;» ρώτησε καχύποπτη η Τεύτκρα.
«Είσαι έτοιμη να με αντικρίσεις;» ρώτησε η φωνή.
«Όχι» είπε με ειλικρίνεια η γυναίκα. «Αλλά εσύ ο ίδιος μου είπες να μη πιστεύω αυτό που βλέπω και να μη φοβάμαι αυτό που δε βλέπω. Λοιπόν, δε φοβήθηκα αυτό που δεν είδα. Καταλαβαίνω ότι είσαι νοήμων πλάσμα και υποθέτω πολύ ανώτερο από εμένα, ίσως κι από όλους τους κατοίκους της Σάμνας.»
«Οι πολιτισμοί μας διαφέρουν τόσο, όσο οι λευκές τρύπες του πράσινου γαλαξία με τα αντικρουόμενα ανώτερα κβαντικά σύνολα σε ένα εκπίπτων ελλασονικό υποβαρυτόνιο.» παρατήρησε το πλάσμα και συνέχισε τη σκέψη του. «Κι όμως, η αντίληψή σας περί ύπαρξης είναι εξαιρετικά σωστά διαμορφωμένη.»
Η Τεύτκρα μισόκλεισε τα καταπράσινα μάτια της και σήκωσε τα φρύδια της, μπερδεμένη κι εντυπωσιασμένη.
«Κοίτα, δεν έχω ιδέα τι στα κομμάτια είπες μόλις τώρα, αλλά εμφανίσου σε παρακαλώ. Σε βρήκα. Νίκησα. Γι’ αυτό, εμφανίσου.»
Προς ικανοποίηση της επιθυμίας της Τεύτκρας, το πλάσμα τής επέτρεψε να το δει. Η γυναίκα είχε όντως νικήσει, σε σχέση με πολλούς άλλους που είχαν προσπαθήσει στο παρελθόν να εντοπίσουν την πηγή της Σάρωσης και όλοι τους είχαν αποτύχει. Μπροστά στα ανυπόμονα μάτια της άρχισε να εμφανίζεται σιγά-σιγά το σώμα του πλάσματος. Τέσσερα μικρά κόκκινα ατροφικά πόδια πρόβαλλαν επάνω στο χοντρό χαλί του δωματίου. Έμοιαζαν παρατημένα και αχρησιμοποίητα για πολύ καιρό. Είχαν κάτι το παράξενο αυτά τα πόδια. Το ένα έμοιαζε λίγο πιο μακρύ, το άλλο πιο φαρδύ. Δε μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς γινόταν.
Τα πόδια ήταν συνδεδεμένα σε ένα πλαδαρό, χοντρό στρογγυλό σώμα που αργά παρουσιαζόταν μπροστά της από κάτω προς τα επάνω. Λίγο πριν το λαιμό παρατήρησε τα χέρια του. Δύο μικρά λεπτά χέρια, αν και το ένα ήταν λίγο μακρύτερο από το άλλο, τόσο ισχνά όσο και τα πόδια του. Ότι κι αν έκανε το πλάσμα σε εκείνο το παρατημένο δωμάτιο, σίγουρα δε χρησιμοποιούσε τα παράξενα σχηματισμένα μέλη του.
Μόλις η αποκάλυψη ολοκληρώθηκε, η Τεύτκρα κοίταξε το αλλόκοτο πλάσμα που στεκόταν μπροστά της. Ένα κόκκινο σώμα με χέρια και πόδια που ήταν αδύνατο να λειτουργήσουν σωστά ή αρμονικά μεταξύ τους. Και, μετά από όλα αυτά, ένα παράξενα απλό κεφάλι. Στενό κρανίο -αν υπήρχε κρανίο ή και σκελετός ακόμα μέσα σε αυτό το σώμα- και κόκκινο χρώμα παντού, χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Μόνο ένα μάτι έσπαγε τη μονοτονία του προσώπου του. Ένα ολοστρόγγυλο, φωτεινό κίτρινο μάτι.
«Τι είδους μάτια εκπέμπουν φως από μέσα τους;» αναρωτήθηκε η γυναίκα.
«Δεν είναι μάτι αυτό που βλέπεις παιδί μου. Είμαι εγώ.» είπε το πλάσμα, διαβάζοντας και απαντώντας στη σκέψη της.
Και, τότε, η Τεύτκρα είδε καλύτερα και κατάλαβε.
Μύες. Κατακόκκινοι γυμνοί μύες, τοποθετημένοι σε πολλά στρώματα, σχημάτιζαν το σώμα του. Τοποθετημένοι. Αυτά τα κομμάτια δεν ήταν δικά του. Ολόκληρο το σώμα του ήταν σχηματισμένο -ή μάλλον όχι, ήταν συναρμολογημένο- από κομμάτια διαφορετικών μυών. Τα περισσότερα είχαν μείνει ανέπαφα κατά την αφαίρεσή τους από τα αρχικά σώματα και την προσθήκη τους στο σάρκινο συνονθύλευμα. Μικρά, λεπτά κομμάτια μαύρου τένοντα κρατούσαν τα τμήματα στις θέσεις τους, λειτουργώντας ως συνδέσεις.
«Απίστευτο!» μουρμούρισε έκπληκτη η γυναίκα. Σκέφτηκε τη δική της κατάσταση. Τους πόνους στα μπράτσα τα τελευταία δύο χρόνια και τα τσιμπήματα στη μέση της, που όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πλήθαιναν. Αναλογίστηκε τα δικά της παράπονα για τους πόνους της ηλικίας και, συγκρίνοντάς τα με τον πόνο που θα πρέπει να ένιωθε ένα πλάσμα σε αυτήν την κατάσταση, ξαφνικά ένιωσε ανακούφιση που είχε μόνο αυτά τα προβλήματα στα σαράντα εφτά της.
«Είμαι ο Νόβωνος» είπε. Στη φωνή του δε διακρινόταν καμία δυσανασχέτηση για το σωματικό πόνο που αναπόφευκτα θα τον βασάνιζε.
Η Τεύτκρα παρατήρησε πως το πλάσμα δεν είχε στόμα. Παρόλο που το σώμα του αποτελούνταν αποκλειστικά από μύες -αφού τελικά είδε πως δεν είχε καν δέρμα- οι μύες δεν ήταν σχηματισμένοι έτσι ώστε να αποδίδουν σωστά τα σωματικά χαρακτηριστικά των Σάμνυων. Δύο πόδια είχαν χρησιμοποιηθεί από το ίδιο άτομο, τα άλλα δύο ήταν διαφορετικά μεταξύ τους. Τα χέρια του το ίδιο. Το ένα ήταν γυναικείο, το άλλο παιδικό. Τί δουλειά μπορεί να έχει μια τόσο εξελιγμένη οντότητα μέσα σε ένα αηδιαστικό, άχρηστο σώμα, στην πιο ξεχασμένη άκρη του λευκού γαλαξία, στον πλανήτη Σάμνα;
«Αν δε σου εξηγήσω, δε πρόκειται να το μαντέψεις από μόνη σου» είπε ο Νόβωνος, διαβάζοντας για άλλη μια φορά το μυαλό της.
«Είμαι παιδί του Λαθύγγενου» είπε ο Νόβωνος και η Τεύτκρα αισθάνθηκε πως κάτι θα έπρεπε να της λέει αυτό το όνομα, αλλά δε μπορούσε να προσδιορίσει τί. Άνοιξε το στόμα της για να ζητήσει διευκρινήσεις, αλλά την πρόλαβε.
«Η ιστορία της Σάμνας πηγαίνει πολύ πιο πίσω από την ανακάλυψη του φασματικού ρεύματος και του πρώτου τροχού.» Χαμήλωσε, όσο μπορούσε, το κεφάλι του για να μιλήσει πιο κοντά στο πρόσωπο της γυναίκας.
«Η γέννησή μου δεν ήρθε πολύ μετά από τη δημιουργία της Σάμνας» είπε και η Τεύτκρα βούρκωσε. Δεν ήξερε ακριβώς γιατί, αλλά μια αποκάλυψη τέτοιους είδους δεν ήταν δυνατό να ακουστεί στα αυτιά της χωρίς συνέπειες.
«Το Λαθύγγενο» κατάφερε να βγάλει μερικές λέξεις από το στόμα της μετά από αρκετά δευτερόλεπτα σιωπής. «Ο Πρώτος Δράκοντας» είπε και περίμενε έκθαμβη.
«Ναι» επιβεβαίωσε τα λόγια της ο Νόβωνος. «Ο Δράκοντας Ο Μέγας. Το Σκότος Που Υποφέρει. Αυτός ήταν ο πατέρας μου. Και ήταν πολύ διαφορετικός από αυτό που περιγράφουν τα ελάχιστα κείμενα που μιλάνε για εκείνον στις μέρες σας.»
Η Τεύτκρα ακόμα δε μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι το Λαθύγγενο είχε ζήσει στην πραγματικότητα. Οι συνομωσιολόγοι κάνανε λόγο για ένα μακρόστενο πλάσμα, όμοιο με σκαθάρι, με τριάντα κοφτερά πόδια και μάτια παντού κολλημένα επάνω στο σκληρό του κέλυφος.
«Η Εποχή Της Μάγισσας» ψιθύρισε εκείνη.
«Η μεταμόρφωση του Ορόφμεφ και η γέννηση του Λαθύγγενου» συμπλήρωσε ο Νόβωνος. «Στην αρχή της Σάμνας, μάγισσες και νάνοι περπατούσαν στα επίπεδά της, όταν η Σάμνα ήταν ακόμα ένας πολυεπίπεδος κόσμος, πριν γίνει σφαιρική.»
Την άφησε για λίγο να συνειδητοποιήσει όσα άκουσε, αν και θα χρειαζόταν πολύς καιρός για κάτι τέτοιο. Μετά, συνέχισε.
«Η γέννησή μου και η γέννηση των αδερφών μου, ο θάνατος του Λαθύγγενου και η τιμωρία της Μάγισσας ήταν οι πρώτες τραγωδίες της Σάμνας. Μέσα σε αυτές τις τραγωδίες μεγάλωσα. Είδα τα μέλη της Μάγισσας να κρέμονται, φρεσκοκομμένα ακόμη, από το μεγάλο πύργο του Φεργκρίμ του Σφυρηλατητού. Είδα τους νάνους και τους γνώμους να χτίζουν κάστρα, πόλεις, χώρες και να δίνουν στη Σάμνα την ελπίδα που είχε από νωρίς στερηθεί. Για πολύ καιρό γυρνούσα και παρατηρούσα, εξόριστος από το έδαφος, όταν το όνομά μου ήταν ακόμα Ράρχτα.
Αργότερα, συνέχισα σε άλλα αστρικά συστήματα. Καταδικασμένος να μη μπορώ να ακουμπήσω σε έδαφος μέχρι να επιστρέψω για την εκδίκησή μου από όλες τις Μάγισσες, παρατηρούσα τους πολιτισμούς του λευκού γαλαξία. Και, αργότερα, του πράσινου γαλαξία και μετά ακόμα πιο πέρα. Για πολύ καιρό περιπλανιόμουν στο σύμπαν και μελετούσα οτιδήποτε εμφανιζόταν στην πορεία μου.»
«Και τελικά επέστρεψες και πήρες εκδίκηση από τις μάγισσες;» έκανε την εύλογη ερώτηση η Τεύτκρα.
«Όχι» είπε ο Νόβωνος και προσέφερε μια μικρή ανακούφιση στη γυναίκα.
«Το μίσος ξεθώριαζε όσο μάθαινα τον κόσμο γύρω μου. Όταν επέστρεψα, το έκανα για να σώσω τη Σάμνα.»
«Να τη σώσεις; Από τί;»
«Από την καταστροφή που έφερε η Μάγισσα, φυσικά. Από τη στιγμή που η Γρακμερβάνσρια αντιλήφθηκε ότι μπορούσε να αλλάζει τον κόσμο ανάλογα με τη θέλησή της, δεν ενδιαφερόταν ούτε για την ίδια της τη ζωή. Διέλυσε την ατμόσφαιρα της Σάμνας, το υπέδαφός της και το μαγνητικό πεδίο της. Αυτό φάνηκε περισσότερο στα χρόνια που ακολούθησαν την τιμωρία της. Ήταν οι χειρότερες καταστροφές που είχε προκαλέσει.
Όταν εγκατέλειψα τη Σάμνα, είχε ήδη αρχίσει να μαζεύεται γύρω από τον εαυτό της. Η τροχιά της μεταβλήθηκε και πλησίασε πολύ στο άστρο της, τον Ημία. Οι νάνοι αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε όσες υπόγειες στοές είχαν μείνει ανέπαφες. Οι γνώμοι κρύφτηκαν μέσα στις λίμνες για να προστατευτούν από την ανυπόφορα μεγάλη θερμοκρασία. Οι τρύπες στο μαγνητικό πεδίο του πλανήτη αφήνανε τις κοσμικές ακτίνες του Σύμπαντος και τις υψηλές ακτίνες του Ημία να κατακαίνε τη βλάστηση, καμιά φορά και τις ίδιες τις πέτρες. Η Σάμνα πέθαινε κι εγώ την άφησα στη μοίρα της, εξοργισμένος και απογοητευμένος για όσα έζησα επάνω σε αυτήν. Το κατώτατο επίπεδο, όπου γεννήθηκαν οι παλιοί θεοί, χάθηκε και κρύφτηκε από τον κόσμο.»
Τώρα είχε αρχίσει να βγαίνει λίγο νόημα για τη διαδικασία της Σάρωσης. Οι ακτίνες γάμμα, τις οποίες η ατμόσφαιρα της Σάμνας δεν ήταν έτοιμη να υποδεχτεί και οι επιστήμονες δε μπορούσαν να καταλάβουν πώς αναπτύχθηκε η ζωή σε αυτόν τον πλανήτη με τις βλαβερές ακτίνες του Ημία παρούσες.
Η Τεύτκρα ήθελε ν’ ακούσει κι άλλα για την ιστορία του Νόβωνου και της Σάμνας, αλλά την έκαιγε ακόμη η απάντηση στη Σάρωση.
«Ο πλανήτης υπάρχει χάρη στη Σάρωση, έτσι δεν είναι;» είπε, έχοντας βγάλει ένα βιαστικό συμπέρασμα από όσα άκουγε τόση ώρα.
«Όχι ακριβώς» είπε ο Νόβωνος. «Η ζωή στην πλανήτη θα υπάρχει για όσο θα υπάρχει η Σάρωση. Όταν επέστρεψα στη Σάμνα, είχα πια αποφασίσει να εγκαταλείψω την ιδέα της εκδίκησης. Ποιός ξέρει τι θα είχα κάνει αν είχα επιστρέψει θυμωμένος!» είπε και το λαμπερό κίτρινο μάτι του αναπόλησε τις παλιές μέρες για μια στιγμή.
«Είδα τη νέα μορφή του πλανήτη και κοίταξα τα καινούρια παιδιά του. Είδα την ελπίδα στις πράξεις τους. Οι απόγονοι των νάνων και των γνώμων είχαν δώσει στη Σάμνα την αρμονία και τη γαλήνη που της άξιζε. Και, παρά τις περιστασιακές διαμάχες σας, ο πολιτισμός σας δε συγκρίνεται με το σκοτεινό κόσμο στον οποίο γεννήθηκα και μεγάλωσα. Ένιωσα ανέλπιστη ηρεμία και χαρά που ξαναέβλεπα τον κόσμο μου. Και, βλέποντας το φριχτό περιβάλλον μέσα στο οποίο ήταν αναγκασμένα να ζούνε τα παιδιά της Σάμνας, αποφάσισα να τα προστατεύσω, όσος καιρός κι αν χρειαζόταν.
Η πρώτη μου θέση για τη Σάρωση ήταν η πιο ευαίσθητη περιοχή του μαγνητικού πεδίου, εκεί που τώρα βρίσκεται το νεκροταφείο των μοναχών της Οσίας Κοιλάδας. Καθώς η Σάμνα περιστρεφόταν και κατάφερνα να τη δυναμώσω σε κάποια σημεία, έπρεπε να μετακινούμαι σε νέα μέρη. Μέχρι που κατέληξα εδώ. Πήρα μια κάψουλα αορατότητας από τα εγκαταλελειμμένα εργαστήρια της Ράμνιας και βρίσκομαι εδώ για τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια.»
«Πόσο καιρό εφαρμόζεις τη Σάρωση;» ρώτησε η Τεύτκρα. Τώρα πια είχε συνηθίσει στην ιδέα της ύπαρξης του Νόβωνου και ένιωθε πως έπρεπε να μάθει κάποια συγκεκριμένα πράγματα για τη διαδικασία προστασίας της Σάμνας. Κάτι μέσα της έλεγε πως έπρεπε να μάθει. Δεν ήξερε το λόγο.
«Ξεκίνησα να προστατεύω τη Σάμνα πριν από δώδεκα εκατομμύρια χρόνια» είπε το πλάσμα κι η φωνή του ακουγόταν κουρασμένη. Όχι από το φριχτό του σώμα, αλλά από το χρόνο. Έξι εκατομμύρια χρόνια Σάρωσης ήταν πολλά, ακόμα και για εκείνον.
Η Τεύτκρα είχε αρχίσει να καταλαβαίνει. Δε μπορούσε να γνωρίζει πώς ήταν δυνατόν, αλλά το ένιωθε στην καρδιά της.
«Σου τελειώνει ο χρόνος, έτσι δεν είναι;» είπε με θλίψη. Λυπήθηκε το καημένο πλάσμα, που στη ζωή του είχε γνωρίσει μόνο φρίκη, πόνο και θάνατο κι όμως αποφάσισε να βοηθήσει τον πλανήτη που το είχε ουσιαστικά καταστρέψει.
«Σωστά. Όσο περισσότερο σαρώνω, τόσο εξασθενεί η ύπαρξή μου. Αυτό το μικρό μάτι που βλέπεις, κάποτε ήταν μεγάλο και ογκώδες, όπως ένα σύννεφο στον ουρανό.
Η Τεύτκρα είχε πλέον καταλάβει ακριβώς τι έπρεπε να γίνει.
«Χρειάζεται να αντικατασταθείς. Αν δε συνεχιστεί το έργο σου, σύντομα οι ακτίνες του άστρου θα διαλύσουν τα πλάσματα της Σάμνας και ο πλανήτης θα ερημώσει.»
«Αυτό ίσως να μην είναι αλήθεια. Έχω λόγους να πιστεύω ότι θα δημιουργηθεί νέα ζωή στον πλανήτη, αν αυτός κάποτε ερημώσει» είπε ο Νόβωνος. Αν οι μύες στο πρόσωπό του ήταν σωστά τοποθετημένες, θα φαινόταν ο σκεπτικιστικός του μορφασμός. «Αλλά, η Σάμνα γέννησε επιτέλους παιδιά που ζούνε ευτυχισμένα επάνω της. Δε χρειάζεται να ζούνε φοβισμένα, κρυμμένα κάτω από τη γη ή στο βυθό των λιμνών και των θαλασσών» είπε και έσκυψε ξανά προς το μέρος της. «Αν είχα δάκρια, θα έκλαιγα για τον πόνο που έζησε ο πλανήτης μέχρι να βρει τη γαλήνη. Τα παιδιά της Σάμνας πρέπει να παραμείνουν ευτυχισμένα, ελεύθερα. Για εκατομμύρια χρόνια αγωνίστηκαν επάνω σε ένα ταλαιπωρημένο, κατεστραμμένο κόσμο. Και, επιτέλους, έχετε ειρήνη. Δε θα αφήσω να χαθεί αυτό.»
Κοίταξε εξεταστικά με το κίτρινο μάτι του την Τεύτκρα. Εκείνη είχε ήδη καταλάβει τί θα ακολουθούσε, αλλά δίσταζε να κάνει η ίδια το πρώτο βήμα.
«Ξέρεις τι πρέπει να συμβεί, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Νόβωνος.
Η Τεύτκρα κοίταξε βαθιά, μέσα στην κίτρινη λάμψη της αλλόκοτης οντότητας.
«Είμαι έτοιμη» είπε τελικά. «Πιθανότατα λέω ψέματα, αλλά μόνο έτσι μπορώ να το αποφασίσω. Κάνε ό,τι χρειάζεται να γίνει. Είμαι έτοιμη.»
Απαλά κύματα αισιοδοξίας και χαράς πλημύρισαν το δωμάτιο. Δε μπορούσε να εξηγήσει το πώς, αλλά ένιωθε ότι αυτή η ατμόσφαιρα αναδυόταν από το Νόβωνο. Να ήταν από το σώμα του; Από το παράξενο μάτι του; Δεν ήξερε.
Ο Νόβωνος έγειρε για μια τελευταία φορά προς το μέρος της. Το μάτι του έλαμπε περισσότερο τώρα. Μια άγνωστη δύναμη την έσπρωξε να κοιτάξει μέσα του με μεγαλύτερη προσοχή. Μπορούσε να ακούσει κάτι που έμοιαζε με μικροφωνισμό από μακριά, μόλις που ακουγόταν. Το λαμπερό, κίτρινο μάτι μετακινήθηκε γύρω από τον άξονά του, σα να περιστρέφονταν. Ναι, περιστρέφονταν. Ξεκίνησε αργά, αυξάνοντας διαρκώς ταχύτητα. Ο μικροφωνισμός δυνάμωνε στα αυτιά της Τεύτκρας. Αλλά, αντί να προσπαθήσει να τον απωθήσει, εκείνη τον άφησε να μπει μέσα της. Τα αυτιά της γεμίσανε από μια τσιριχτή συχνότητα που υπό κανονικές συνθήκες θα της είχε καταστρέψει την ακοή. Το μάτι στριφογύριζε σα τρελό. Ο ήχος κάλυπτε όλο το χώρο γύρω της. Κι εκείνη με το βλέμμα πάντα προσηλωμένο στο κίτρινο μάτι.
Μέσα σε μια στιγμή ο κόσμος μπροστά στα μάτια της έλαμψε δυνατότερα από ποτέ. Οι μικροσκοπικοί ήχοι που έβγαιναν από τους νευρώνες του εγκεφάλου της, καθώς εκείνος μετατρέπονταν σε αγνή ενέργεια, ακουγόταν καθαρά και δυνατά γύρω της. Κανένας πίνακας δε θα μπορούσε να αποτυπώσει τη μεταμόρφωση που λάμβανε χώρα σε εκείνο το δωμάτιο. Κανένας νους δε θα κατόρθωνε να συλλάβει και να κατανοήσει τη διαδικασία της Έκλαμψης. Και, όταν η Τεύτκρα έγινε ενέργεια, η γνώση της Σάρωσης πέρασε μέσα της όπως η ροή της ζωής περνάει μέσα από την αναπόφευκτη σύλληψη ενός εμβρύου.
«Ένωση. Πνευματική και σωματική, ολική ένωση. Το τίμημα της Σάρωσης.» συμπέρανε η Τεύτκρα.
Αυτή ήταν η αναπόφευκτη φρίκη της Σάρωσης. Το τίμημα. Η ενέργεια που χρειαζόταν για να προστατευτεί ο πλανήτης, απαιτούσε σώμα και πνεύμα. Το πνεύμα του Προστάτη και το σώμα της Σάμνας. Κάθε φορά που ένα μέρος από την ύπαρξη του Νόβωνου χανόταν, ένας κάτοικος της Σάμνας πέθαινε. Η θυσία καθήκοντος για το σώμα και το πνεύμα. Η απρόβλεπτη συνέπεια της προστασίας, η φρικιαστική ένωση των δύο στοιχείων. Οι μύες που κάλυπταν το Νόβωνο δεν είχαν αφαιρεθεί ούτε τοποθετηθεί επάνω του. Με κάθε ένα θάνατο από το σώμα της Σάμνας η γενετική πληροφορία του κατέληγε στην Πηγή. Το σώμα του Νόβωνου ήταν φτιαγμένο από τους νεκρούς της Σάρωσης. Ο αποτρόπαιος σχηματισμός τους, η απρόβλεπτη κατάληξή τους στην Πηγή ήταν το τίμημα της προστασίας. Και ο Προστάτης της Σάμνας το άντεχε για δώδεκα εκατομμύρια χρόνια.
«Τώρα εσύ είσαι σαν εμένα. Μη με ψάξεις στις αναμνήσεις του Σύμπαντος. Οι θεοί δε πηγαίνουν πουθενά όταν πεθάνουν.» Ο ύστατος λόγος του Νόβωνου, μια στιγμή πριν η πορεία του σβηστεί για πάντα από τον κόσμο.
Μέσα στο ξεχασμένο δωμάτιο 404, στον εγκαταλελειμμένο διάδρομο ενός συνηθισμένου ξενοδοχείου, η καταπράσινη λάμψη της Τεύτκρας γέμισε το χώρο.
Το αηδιαστικό σώμα είχε εξαφανιστεί. Το κίτρινο μάτι του Νόβωνου είχε χαθεί. Μόνο η Τεύτκρα είχε απομείνει, καταδικασμένη και δοξασμένη να προστατεύει τον κόσμο μέσα στον οποίο είχε μεγαλώσει τόσο γρήγορα. Και, τώρα, εντελώς ξαφνικά, η πορεία της είχε μόλις ξεκινήσει. Οι πόνοι δεν τη βασανίζανε πια. Τα προβλήματα της μέσης ηλικίας ήταν το ίδιο μεγάλα με τη σημασία που έδινε ο κόσμος στο παρατημένο δωμάτιο όλα αυτά τα χρόνια.
Αόρατη από τον κόσμο, έχοντας αφήσει τις αναμνήσεις της να χαθούν μέσα στη Λήθη του θανάτου της, ανέλαβε την προστασία της Σάμνας προσφέροντας τον εαυτό της ως διαρκή πνευματική θυσία για όσα εκατομμύρια χρόνια κι αν χρειαζόταν.