Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Απόσπασμα, Κόσμος: Σκοτεινός Γαλαξίας

(Ο Σκοτεινός Γαλαξίας ανήκει στο είδος Επιστημονικής Φαντασίας - Τρόμου και είναι ο τέταρτος στη σειρά κόσμος που δημιούργησα. Η πρώτη έμπνευση για τον κόσμο αυτό ήρθε το 2007 και, από τότε μέχρι σήμερα, το πρώτο βιβλίο του Σκοτεινού Γαλαξία έχει ολοκληρωθεί σε ποσοστό μεγαλύτερο απο 50%.
Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το πρώτο βιβλίο, το οποίο είναι μέρος μιας διλογίας.)


Απόσπασμα, Κόσμος: Σκοτεινός Γαλαξίας

«Δύο! Δύο πάνω δεξιά!» φώναζε ο Ζήνος, ο ελεγκτής πεδίου πτήσης στο βοηθό του πιλότου στον Τιτάνα Λίτονα, καθώς το μεταλλικό κήτος βρυχόταν, παίρνοντας ύψος. Εκατόν τρία μέτρα πιο μακριά, ο Τάνταλος βρισκόταν ήδη στον ουρανό και τα τέσσερα μεγάλα κανόνια λέιζερ που πρόβαλλαν εκατέρωθεν του δρακοκέφαλου φορτίζανε στη μέγιστη ισχύ.


«Δύο μεσαία σκάφη στο ραντάρ» απευθύνθηκε ο βοηθός, ο Μίσαρ, στον πιλότο. «Ας ετοιμαστούμε για το σμήνος.»

Ο πιλότος, ο Φερ, στράφηκε στο Ζήνο:

«Ζήνο, ηρέμησε και μη μιλάς βιαστικά. Βρίσκεσαι μέσα σε ένα Τιτάνα, ο πανικός δεν είναι αποδεκτός εδώ μέσα και δε βοηθάει κανέναν. Τώρα εξήγησέ μου τι στα κομμάτια εννοείς όταν λες ‘πάνω δεξιά’!»

«Συγγνώμη!» απολογήθηκε αμέσως ο Ζήνος και ηρέμησε. «Τεταρτημόριο ένα, μοίρες είκοσι τρείς και είκοσι τέσσερις. Δύο σκάφη της Γ.Ε.Χ.Α., μεσαίου μεγέθους, ασπίδες ενεργοποιημένες.»

«Η αλήθεια να λέγεται πάντως.» σχολίασε χαμηλόφωνα ο Μίσαρ στο αυτί του Φερ. «Με τον ορθό τρόπο παίρνει περισσότερη ώρα για να περιγραφεί ο εχθρός!»

«Δεν είναι ώρα τώρα!» τον μάλωσε ο Φερ. «Τα εμπρόσθια κανόνια;»

«Εξήλθαν και φορτίζουν, σε δέκα δευτερόλεπτα θα είναι έτοιμα προς βολή. Σε τέσσερα δευτερόλεπτα θα βρισκόμαστε στο κατάλληλο ύψος.»

«Ωραία, αν και θα μπορούσαμε να τα είχαμε ήδη κάνει όλα αυτά αν μπαίναμε στο θάλαμο αμέσως μόλις ανεβαίναμε στο Λίτονα!»

«Ο ορθός τρόπος, Φερ, ο ορθός τρόπος!» σχολίασε γελώντας ο Μίσαρ. «Τώρα μόλις στα έλεγα! Είναι σα να βλέπεις μια ρουκέτα να έρχεται κατά πάνω σου κι ένας γραφειοκράτης να σου ζητάει να συμπληρώσεις αίτηση για να ενεργοποιηθεί η ασπίδα σου!

Βρισκόμαστε στο κατάλληλο ύψος και τα εμπρόσθια κανόνια του δρακοκέφαλου είναι έτοιμα. Αναμένω συντεταγμένες.»

«Περίμενε να πλησιάσουν ακόμα λίγο.» είπε ο Φερ. «Και άνοιξε όλα τα πλάγια αυτόματα πολυβόλα των οκτώ εκατοστών, να είναι έτοιμα για το σμήνος.»

«Ενεργοποιήθηκαν. Σε είκοσι δευτερόλεπτα θα λειτουργούν αυτόματα.»

Καθώς ο Μίσαρ ολοκλήρωνε τη φράση του, το τζάμι του πιλοτηρίου φωτίστηκε κατακίτρινο και μια τσιριχτή ηλεκτρονική έκρηξη ξάφνιασε το πλήρωμα του πιλοτηρίου.

«Μας ρίχνουν!» φώναξε ο Ζήνος τρομαγμένος, αλλά χάρη στο άγριο βλέμμα του Φερ συνήλθε και επέστρεψε στην οθόνη αφής του.

Το ένα από τα δύο εχθρικά σκάφη είχε ανοίξει διαρκές πυρ εναντίον του Λίτονα, καθώς το άλλο πήρε ύψος προσπαθώντας να πλησιάσει τον Τιτάνα από πίσω.

«Μίσαρ, ρίξε και τα τέσσερα εμπρόσθια κανόνια ακριβώς κάτω από το πιλοτήριό τους. Αν χτυπήσουμε τον άξονα περιστροφής του βασικού πυργίσκου θα αναγκάζονται να στρίβουν ολόκληρο το σκάφος για να μας χτυπήσουν.» διέταξε ο Φερ.

Ο Μίσαρ άνοιξε πυρ και τέσσερις κατακόκκινες δέσμες λέιζερ ένωσαν το Λίτονα με το εχθρικό σκάφος. Η σκληρή θωράκιση του άξονα του αντιπάλου υποχώρησε, αλλά δεν είχε καταστραφεί ακόμα.

«Που να πάρει!» φώναξε ο Φερ. «Φόρτισε στο 70% και ξαναρίξε, αυτή τη φορά δε θα αντέξει. Και πού στα κομμάτια είναι ο Τάνταλος!»

Ο Ζήνος πετάχτηκε για να απαντήσει, ενώ το πιλοτήριο έγινε και πάλι κίτρινο. Ήταν ακόμα λίγο φοβισμένος, αλλά τώρα είχε μάθει να είναι τουλάχιστον ήσυχος.

«Ο Τάνταλος έχει απομακρυνθεί τουλάχιστον στα είκοσι δύο χιλιόμετρα. Και όσο πιο πολύ απομακρύνεται, τόσο πιο πολλές παρεμβολές εμφανίζονται στη συχνότητά του.»

«Καλύπτρες.» συμπέρανε ο Μίσαρ. Φέρανε Καλύπτρες μαζί τους. Δε θέλουνε να μαθευτεί παραέξω η μάχη.»

Ο Μίσαρ έριξε τη δεύτερη βολή στο ίδιο σημείο και η θωράκιση έσπασε. Ο άξονας περιστροφής χάλασε, όχι όμως εντελώς. Τώρα το κίτρινο σκάφος αναγκαζόταν να στρίψει ολόκληρο για να χτυπήσει το στόχο του, αλλά ο πυργίσκος του μπορούσε ακόμα να περιστραφεί για λίγες μοίρες.

«Κύριε» μίλησε με συγκρατημένο φόβο ο Ζήνος. «Κύριε, το σμήνος έφτασε!»

Το κίτρινο εκείνο νέφος, το σμήνος των Βοριστών, η μάζα της Γ.Ε.Χ.Α., της στρατιωτικής οργάνωσης ‘Γενική Επιστράτευση – Χρυσή Αυγή’ αποτελούνταν από περίπου πέντε χιλιάδες μικροσκοπικά σκάφη. Το κάθε σκάφος χωρούσε μόνο ένα πιλότο σε οριζόντια στάση. Στην ουσία ήταν ένα είδος καλά εξοπλισμένου εξωσκελετού, με βαριά θωράκιση και ευκίνητα άνω και κάτω άκρα. Σε κάθε ένα σκάφος του σμήνους υπήρχαν πάντα δύο μικρά πυροβόλα όπλα. Ένα ημιαυτόματο, με συμπυκνωμένες μάζες επεξεργασμένου, εκρηκτικού κίτρινου λέιζερ και ένα χειροκίνητο για την εκτόξευση ηλεκτρομαγνητικών σφαιρών.

Το ένα από τα δύο μητρικά σκάφη του Δυτικού Βόρον ήταν ακινητοποιημένο πολλά χιλιόμετρα πιο μακριά από το Λίτονα και φόρτιζε τα δικά του όπλα. Παράλληλα, ετοίμαζε άλλο ένα σμήνος, που θα επιτίθονταν στον Τάνταλο.

Στο Λίτονα, το σμήνος πλησίαζε με μεγάλη ταχύτητα. Για μια στιγμή, ο Μίσαρ και ο Ζήνος σταθήκανε να θαυμάσουν τη μεγαλόπρεπη μάζα. Ο Φερ, που το κατάλαβε, τους επανέφερε στην τάξη.

«Αν υπήρξε ποτέ έστω και ένας Βοριστής που να μη με εκνεύρισε τόσο ώστε να θέλω να τον διαλύσω, να μη ξαναπιάσω το κλειδί του Λίτονα στα χέρια μου! Εσείς οι δύο! Σταματήστε να χαζεύετε τις δυνάμεις του εχθρού και ενεργοποιήστε τις εκρηκτικές ασπίδες πάνω από τις κανονικές!»

Ο Ζήνος αμέσως ενεργοποίησε τις εκρηκτικές ασπίδες. Κάποιοι από το σμήνος θα προσπαθούσανε να περάσουν μέσα από τις ασπίδες του Λίτονα και να πατήσουν πάνω στο σκάφος, ψάχνοντας για αδύναμα σημεία ώστε να ρίξουν από απόσταση αναπνοής και να κάνουν μεγάλη ζημιά. Αν όμως προσπαθούσανε να πετάξουν μέσα από την εκρηκτική ασπίδα, το σκάφος τους θα φλεγόταν κατά την επαφή μαζί της και ο πιλότος θα πέθαινε από την υπερβολική θερμοκρασία ή θα αποκτούσε φριχτά εγκαύματα με αποτέλεσμα να μη μπορεί να χειριστεί άλλο πια το σκάφος του.

«Θα ρίξουμε ξανά με τα εμπρόσθια κανόνια ή όχι; Μας πλησιάζουν!» ρώτησε με αγωνία ο Μίσαρ. Το εχθρικό σκάφος όλο και πλησίαζε και, παρόλο που οι βολές του δε κάνανε καμία ζημιά στις ασπίδες ή στη θωράκιση του Λίτονα, αν πλησίαζε πολύ θα μπορούσε να χτυπήσει σημαντικά σημεία. Ένα τέτοιο σκάφος μπορούσε να αντέξει τη ζημιά από την εκρηκτική ασπίδα.

«Ναι» απάντησε βιαστικά ο Φερ.

«Ρίξ’ τους μία δόση στη μέγιστη ισχύ μόλις μας χτυπήσουν ξανά. Το κύριο κανόνι τους τώρα πια θα έχει ζεσταθεί σα λάβα. Κάνανε το λάθος να μας ρίξουν πάρα πολλές βολές ως τώρα. Με τα δύο κανόνια χτύπησέ τους ακριβώς πάνω στο κανόνι τους και με τα άλλα δύο στη βάση του πυργίσκου, πάνω από το πιλοτήριο.»

Ο Μίσαρ φόρτισε και έριξε. Και, όντως, το κανόνι του κίτρινου σκάφους έλιωσε και στράβωσε. Οι άλλες δύο ριπές κατέστρεψαν τη βάση του πυργίσκου και τα απομεινάρια του αποκολλήθηκαν και χάθηκαν στο διάστημα.

«Αυτό είναι!» φώναξε χαρούμενος ο Φερ. «Τώρα χτύπα ένα διαφορετικό στόχο με κάθε ένα κανόνι. Δύο στα φτερά, ένα στο σημείο όπου βρισκόταν πριν ο πυργίσκος και ένα ακριβώς πάνω στο τζάμι του πιλοτηρίου.

Οι κόκκινες φωτεινές γραμμές λέιζερ βρήκανε όλες το στόχο τους, εκτός από μία, εκείνη του πιλοτηρίου. Αλλά και πάλι, η ζημιά που δέχτηκε το σκάφος ήταν τεράστια. Το ένα φτερό έσπασε εντελώς, το άλλο λύγισε και στο πάνω μέρος του σκάφους δημιουργήθηκε μια πλατιά τρύπα, μέσα από την οποία εκτοξεύτηκαν στο αχανές διάστημα όλοι οι επιβαίνοντες. Το πλήρωμα στο πιλοτήριο του Λίτονα μπορούσε να δει τα σώματά τους να σπαρταράνε με αγωνία για οξυγόνο πριν ξεψυχήσουν.

«Λοιπόν, πάει το ένα. Μείνανε μερικές χιλιάδες!» έκανε ικανοποιημένος ο Φερ. «Ζήνο, ανέφερε κατάσταση των πλάγιων αυτομάτων όπλων.»

«Όλα βρίσκονται σε λειτουργία, κύριε, εκτός από δύο όπλα που έχουν πέσει στο 89% και οκτώ όπλα που πέσανε τα μισά στο 76% και τα άλλα μισά στο 74%. Φαίνετε πως κάποιοι από το σμήνος πέσανε ακριβώς πάνω στις κάνες.

«Ας είναι, δε κάνουν μεγάλη ζημιά.» σχολίασε ο Φερ. «Μίσαρ, μετακίνησέ μας τριακόσια μέτρα προς τα πίσω, το άλλο σκάφος μας πέρασε και ίσως να προσπαθήσει να μας χτυπήσει στους προωθητήρες. Ζήνο, Ενεργοποίησε όλες τις οπίσθιες κάμερες στην οθόνη μου. Θέλω να δω με τα μάτια μου τι στο καλό συμβαίνει με τον Τάνταλο.»

Ο Ζήνος αμέσως εκτέλεσε την εντολή. «Μερικές έχουν σπάσει, αλλά όσες λειτουργούν δείχνουν κυρίως παράσιτα.» είπε στο Φερ.

«Τότε θα κάνουμε περιστροφή.» αποφάσισε ο πιλότος. «Μίσαρ, κάνε την πιο σύντομη περιστροφή εκατόν ογδόντα μοιρών που έχεις κάνει ποτέ σου. Μπορεί να μας χρειάζονται.»

Μετά από δύο λεπτά και, καθώς ο Λίτονας ακόμα αντιμετώπιζε το σμήνος γύρω του, η εικόνα αποκαλύφθηκε μπροστά τους.

Το πιλοτήριο του Τιτάνα είχε καλυφθεί από μια μεγάλη, ακανόνιστη μάζα σάρκας. Αίμα είχε βάψει τα τζάμια και τις μεταλλικές πλάκες τριγύρω. Ούτε το σμήνος δε πλησίαζε εκείνη την περιοχή. Λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα, το δεύτερο σκάφος του Βόρον ήταν κομμένο σε δύο κομμάτια, πεταμένο σε μια γωνία του Σύμπαντος.

Ο Φερ πετάχτηκε σαστισμένος από τη θέση του και κόλλησε ολόκληρος πάνω στο τζάμι.

«Τι στα κομμάτια του λευκού γαλαξία έγινε εκεί πέρα! Μίσαρ, πλησίασέ τους όσο μπορείς! Ζήνο, επικοινώνησε με το πιλοτήριο μόλις μπούμε στην εμβέλειά τους!»

Με το σμήνος των Βοριστών ακόμα να τον περιτριγυρίζει, ο Λίτονας πλησίασε τον Τάνταλο και ο Ζήνος έστειλε σήμα.

«Ο Τάνταλος μας ακούει; Στέλνουμε σήμα από το πιλοτήριο του Λίτονα, ο Τάνταλος μας ακούει;»

Καμία απάντηση.

Στο κάτω μέρος του Τιτάνα, ακριβώς στη μέση του σκάφους, οι βαριές, ατσάλινες ερπύστριες που συντηρούσαν διαρκώς μεταβαλλόμενο το κέντρο βάρους ώστε να είναι εύκολη και γρήγορη η στροφή του Τάνταλου είχαν σπάσει και κρεμόταν από τις θέσεις τους. Δεν είχε απομείνει πολλή ώρα ώσπου ο Τιτάνας να χάσει τη σταθερότητά του και να κοπεί στη μέση.

«Τάνταλε, μας ακούτε; Εκπέμπουμε από το πιλοτήριο του Λίτονα, μερικά χιλιόμετρα μακριά σας. Τι στο καλό έγινε εκεί πέρα;» επανέλαβε ο Ζήνος.

Ο Φερ δε μπορούσε να πάρει τα μάτια του από το πιλοτήριο. Ποτέ του δε φαντάστηκε την πιθανότητα να συμβεί κάτι τέτοιο σε ένα Τιτάνα. Από όλα τα σκάφη της Μεγιδδούς, οι Τιτάνες ήταν ανέγγιχτοι. Κανείς ποτέ δε κατάφερε να τους προκαλέσει τέτοια ζημιά.

Ο Μίσαρ πλησίασε και ψιθύρισε στο αυτί του Φερ.

«Τι θα κάνουμε αν είναι νεκροί;»

Ο Φερ ξεκόλλησε από το τζάμι του πιλοτηρίου και απάντησε πολύ σοβαρά.

«Θα συνεχίσουμε να πολεμάμε το Σμήνος. Αλλά δεν είναι νεκροί. Δε γίνεται να πεθάνει ολόκληρο το πλήρωμα ενός Τιτάνα. Κάποιος θα απαντήσει. Ζήνο, επεκτάσου σε όλες τις συχνότητες του Τάνταλου. Αν χρειαστεί, σπάσε την προστασία και παραβίασε το πρωτόκολλο επικοινωνίας. Η διοίκηση θα δείξει κατανόηση όταν δώσουμε εξηγήσεις.

Ο Ζήνος άνοιξε όλα τα διαθέσιμα κανάλια επικοινωνίας με τον Τάνταλο και άρχισε να παραβιάζει το πρωτόκολλο, ώστε να ανοίξει επικοινωνία με όλους τους θαλάμους που μπορούσαν να συγχρονιστούν στη συχνότητά του, ακόμα και τους υπνοθαλάμους, τα καταστήματα και τα μαγειρεία.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά, πέντε νέα κανάλια είχαν ανοίξει και, καθώς ο Ζήνος συνέχιζε τη διαδικασία για να προσθέσει κι άλλα, άκουσε μια γυναικεία φωνή από το ηχείο της κονσόλας του.

«-----ρισε---ω----ούνβιχ!--όχι απ-------σεχε!-----------γορα!----σκάφ---ωσης αμέσω---»

Εκτός από τα παράσιτα, πυροβολισμοί λέιζερ εμπόδιζαν τις λέξεις να ακουστούν καθαρά. Και οι τρεις άντρες, όμως, προλάβανε να πιάσουν το όνομα του Ρούνβιχ.

«Υπάρχουν επιζήσαντες!» Αναφώνησε καταχαρούμενος ο Φερ.

«Και ο διοικητής Ρούνβιχ Σιοσμίτ είναι ζωντανός! Ζήνο, από πιο μέρος ήταν αυτό που μόλις ακούσαμε;»

«Στη μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων, έναν όροφο πάνω από τον προθάλαμο των σκαφών έκτακτης ανάγκης, κύριε. Φαίνεται πως οι κάτω όροφοι λειτουργούν ακόμα και οι επιζήσαντες κατευθύνονται προς τα σκάφη διαφυγής για να σωθούν.»

Το πρόσωπο του πιλότου έχασε τη μικρή χαρά που είχε.

«Αν θέλουνε να φύγουν από κει», μονολόγησε ο Φερ, «αυτό σημαίνει ότι ο Τάνταλος είναι καταδικασμένος! Πώς είναι δυνατόν;»

Πήγε και στάθηκε μπροστά στην οθόνη του Μίσαρ.

«Άσε με να δω» είπε και τον σκούντηξε στην άκρη. Πανικός άρχισε να τον κυριεύει.

«Το Σμήνος δε μπορεί να τους προκάλεσε τέτοια βλάβη τόσο γρήγορα. Ζήνο, προσπάθησε να στείλεις σήμα στον προθάλαμο, αν απαντήσουν πες τους να προσγειώσουν το σκάφος διάσωσης όσο πιο κοντά στη βάση μπορούνε, χωρίς να τη χτυπήσουν. Μη τολμήσουνε καν να δειλιάσουν και να φύγουν προς τη Μεγιδδώ, διότι αν δε τους τελειώσουν τα καύσιμα στο δρόμο, θα πετάξω εγώ ο ίδιος ως εκεί και θα τους στραγγαλίσω!»

«Μάλιστα κύριε!» δέχτηκε τη διαταγή χωρίς αντιρρήσεις ο Ζήνος, βλέποντας ότι η κατάσταση του Φερ είχε χειροτερέψει.

«Με ακούτε από τον Τάνταλο; Καλούμε από το Λίτονα. Έχουμε εισχωρήσει σε όλες τις συχνότητές σας και αναζητούμε επιζώντες. Σας παρακαλώ απαντήστε» έστειλε σήμα ο Ζήνος.

«--με Λί-----ρα---φη---ης---διοι---ιχ------άγνωσ----α----» ήρθε η απάντηση από το ηχείο.

«Δε καταλαβαίνω τίποτε, κύριε. Ίσως θα πρέπει να στείλουμε παρατηρητές να σαρώσουν τα εσωτερικά στρώματα του Ταντάλου.» πρότεινε ο Ζήνος.

«Στείλε, αλλά ρύθμισέ τους στη μέγιστη ταχύτητα» απάντησε ο Φερ. «Με τόσους Βοριστές να μας περικυκλώνουν, θα χάσουμε πολλούς παρατηρητές.

Ο Ζήνος ενεργοποίησε διακόσιους παρατηρητές από την κονσόλα του και ρύθμισε την ταχύτητα και τον προορισμό τους. Στο κέντρο της οροφής του Τιτάνα μία μικρή καταπακτή άνοιξε και οι παρατηρητές πετάχτηκαν έξω με μεγάλη ταχύτητα. Ο πρώτος παρατηρητής έσκασε πάνω στο κεφάλι του εξωσκελετού ενός Βοριστή που πετούσε εκείνη τη στιγμή ακριβώς πάνω από την καταπακτή.

Από τους υπόλοιπους παρατηρητές, τέσσερις έπεσαν σε μια ομάδα έντεκα Βοριστών, διαμελίζοντάς τους. Οι κομματιασμένοι εξωσκελετοί, αφήνοντας κατακόκκινες παχιές λωρίδες από φλεγόμενο, αχνιστό αίμα και ολόκληρα φρεσκοκομμένα μέλη στην πορεία πτώσης τους, χτυπήσανε πάνω σε δύο από τα αυτόματα πολυβόλα στο πλάι του Τάνταλου, αχρηστεύοντάς τα.

Πιο δίπλα, ένας από τους Βοριστές είχε πλησιάσει πολύ κοντά στη συστοιχία των όπλων και έριξε τον ηλεκτρομαγνητικό του παλμό σε ένα από τα αδύναμα σημεία ανάμεσα στις καταπακτές. Αν και τα ηλεκτρονικά συστήματα του εξωσκελετού του απενεργοποιήθηκαν από τον παλμό και ο ίδιος έπεσε πάνω στις μεταλλικές πλάκες του Τιτάνα, ανήμπορος να απογειωθεί ξανά, πέτυχε το στόχο του. Τέσσερα αυτόματα όπλα επηρεάστηκαν από τον παλμό, με τα δύο να έχουν απενεργοποιηθεί πλήρως και τα άλλα δύο να πυροβολούν με πολύ χαμηλότερο ρυθμό.

Με το σώμα του γεμάτο εγκαύματα από την πύρινη δύναμη της εκρηκτικής ασπίδας, ο φανατισμένος στρατιώτης σήκωσε με δυσκολία όρθιο τον εξωσκελετό του στα δύο πόδια και άρχισε να πυροβολεί από το σημείο όπου είχε πέσει, προς την επιφάνεια του Ταντάλου. Στο συγκεκριμένο σημείο, όμως, η θωράκιση του Τιτάνα ήταν ιδιαίτερα βαριά, λόγω της εκτεθειμένης περιοχής κι έτσι, τα πυρά του δε καταφέρανε τίποτα στο συμπαγές, παχύ ατσάλι του σκάφους. Έτσι, ο Βοριστής στράφηκε προς τους παρατηρητές, στέλνοντας δύο από αυτούς στην καταστροφή τους. Ένα βαρύ θραύσμα τον χτύπησε στο κεφάλι κι εκείνος λιποθύμησε, πέφτοντας με δύναμη επάνω στο μεταλλικό, ανθεκτικό δέρμα του Ταντάλου.

Όσοι παρατηρητές απομείνανε ανέπαφοι είχαν σχεδόν φτάσει στο σημείο που υπέδειξε ο Ζήνος από την κονσόλα του. Ο Φερ ήταν σίγουρος ότι σε μια τέτοια ώρα βιασύνης και ανάγκης οι παρατηρητές θα ήταν ουσιαστικά άχρηστοι, αλλά δεν υπήρχε τίποτα πιο αξιόπιστο εκείνη τη στιγμή.

Υπό τις οδηγίες του Ζήνου, οι ρομποτικοί ανιχνευτές ενεργοποίησαν τις διαστρωματικές τους ακτίνες και τις ρίξανε επάνω στις ατσάλινες πλάκες του Λίτονα. Στην οθόνη αφής του χειριστή οι πλάκες γίνανε σχεδόν διάφανες. Πίσω από τις πλάκες φαινόταν αχνά οι ακμές και τα πολύγωνα των στοιχείων του σκάφους στην περιοχή εκείνη. Ανάλογα με την απόσταση των αντικειμένων από το σημείο του κάθε ανιχνευτή, το χρώμα τους άλλαζε. Το πιο κοντινό αντικείμενο, τοποθετημένο ακριβώς πίσω από τις μεταλλικές πλάκες, ήταν οι σωληνώσεις του σκάφους και τα ηλεκτρομηχανολογικά του στοιχεία, όλα χρωματισμένα κόκκινα. Λίγο πιο μακριά, με κίτρινο χρώμα, οι κοντινές ακμές των τοίχων του θαλάμου και το ωοειδές σχήμα της πόρτας. Το πιο μακρινό αντικείμενο του δωματίου ήταν χρωματισμένο μπλε και αναφερόταν στο πολύπλοκα σχηματισμένο σύστημα διαφυγής.

«Ακόμα τίποτα κύριε» είπε ο Ζήνος στο Φερ. Έστειλε τους μισούς ανιχνευτές μερικά μέτρα πιο δίπλα, στον προθάλαμο.

«Ούτε στον προθάλαμο βλέπω κανέναν. Ίσως κολλήσανε στον ανελκυστήρα ή αναγκάζονται να κατεβούνε από τις σκάλες.»

Ο Φερ δε μιλούσε. Με το βλέμμα κολλημένο στην οθόνη, περίμενε κάτι καινούριο να εμφανιστεί και να χρωματίσει την εικόνα. Ο Ζήνος, που κατάλαβε την αγωνία του πιλότου, πήρε τα χέρια του από την κονσόλα και περίμενε. Ο Μίσαρ πλησίασε ακόμα πιο κοντά στο Λίτονα, μήπως και βελτιωθεί η ποιότητα του σήματος.

Ο Ζήνος συμμεριζόταν την αγωνία του πιλότου. Κοίταζε πότε την οθόνη και πότε το Φερ.

Και, τη στιγμή που ετοιμαζόταν να ζητήσει την άδεια να μετακινήσει τους παρατηρητές στον επάνω όροφο για ανίχνευση, τα σχήματα στην οθόνη άλλαξαν.

Η ηλεκτρική πόρτα στον προθάλαμο άνοιξε και μία θολή, πρασινωπή φιγούρα εισήλθε στο δωμάτιο. Όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί παρουσιαζόταν ως πράσινες, θολές φιγούρες στο σύστημα των παρατηρητών ανεξάρτητα από την απόστασή τους από το φακό, όπως είχε ορίσει το Συμβούλιο Εξερευνήσεων των Νέων. Ο Φερ άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης να βγει από το στήθος του. Ταυτόχρονα, όμως, το βλέμμα του έγινε πιο ανήσυχο διότι περίμενε να δει δύο φιγούρες τουλάχιστον. Ήξερε ότι ο διοικητής Ρούνβιχ ήταν ζωντανός, αλλά η φωνή στα ηχεία ήταν θηλυκή.

«Πού στο καλό είναι;» μονολόγησε.

Ακόμα μια θολή φιγούρα, λίγο μικρότερη σε μέγεθος, πέρασε την πόρτα. Ο Φερ άρχισε να φωνάζει από χαρά. Οι δύο φιγούρες σταθήκανε για λίγο μπροστά στην ηλεκτρική πόρτα αλλά οι κινήσεις τους ήταν συγκεχυμένες. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, οι δυο επιζήσαντες περνούσαν την άλλη πόρτα του δωματίου και μπαίνανε στο θάλαμο των σκαφών διαφυγής.

Λίγο πριν μεταφέρει ο Ζήνος όλους τους παρατηρητές στο θάλαμο των σκαφών, παρατήρησε κάτι στο προθάλαμο. Μικρές, ακανόνιστες γραμμές εμφανιζόταν γύρω από την πόρτα. Σε ένα σημείο, μάλιστα, μπορούσε να διακρίνει λίγο πράσινο χρώμα, αν και δεν ήταν εντελώς σίγουρος διότι, ότι κι αν ήταν εξαφανίστηκε αμέσως. Οι γραμμές, όμως, παρέμειναν. Στο διπλανό θάλαμο, οι δύο φιγούρες κάνανε φαινομενικά ακατανόητες κινήσεις, αλλά αυτό που μάλλον κάνανε ήταν η διαδικασία εκκίνησης ενός σκάφους διάσωσης. Όταν το πράσινο χρώμα εξαφανίστηκε σιγά-σιγά από την οθόνη, ο Φερ κατάλαβε ότι είχανε μπει στο σκάφος. Σήκωσε το κεφάλι του από την κονσόλα του Ζήνου και κόλλησε το πρόσωπό του στο τζάμι του πιλοτηρίου.

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Το Χρυσαφένιο Στέμμα

(Σε μερικές ιστορίες, η ουσία είναι περισσότερο το ίδιο το μυστήριο και λιγότερο η περιγραφή των συμφραζομένων του. Οι φράσεις που βγάζουν νόημα για το συγγραφεά αλλά όχι για τον αναγνώστη. Τα άγραφα τμήματα που ολοκληρώνουν την ιστορία.)


Το Χρυσαφένιο Στέμμα

Πυκνότητα: μέτρια (γενική εκτίμηση)
Καμπή: διπλή, μέση, τετραπλών διαστημάτων (ειδική εκτίμηση)

Ο Αλέξανδρος Μέανδρος πληκτρολόγησε το τελευταίο από τα δεκατέσσερα στοιχεία που χρειαζόταν στην τριπλή μορφή της εξίσωσης του χωροχρονικού ιδεώδους.
Ο χρονομεταφορέας του έθεσε σε λειτουργία το πρώτο στάδιο στη διαδικασία χρονικής μετατόπισης, με το γυάλινο σκελετό του να φωτίζει ολόκληρο το εργαστήριο. Ένα θαυμαστό, έντονο μωβ χρώμα έλουσε τους μολύβδινους κίονες του γραφείου του και τις πλαστικές ηλεκτροφόρες μάσκες στον τοίχο πίσω από τον επιστήμονα.
Με γρήγορα βήματα, ο Μέανδρος πέρασε το κατώφλι του χρονομεταφορέα και ολοκλήρωσε τις ρυθμίσεις στον πίνακα εξαγωγής της μηχανής. Το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας μπήκε σε λειτουργία. Ένιωθε το σώμα του να τρέμει. Κάθε κύτταρό του, κάθε ιστός μέσα του ταραζόταν από το ηλεκτροβαρυτομαγνητικό πεδίο που μόλις είχε αρχίσει να εκπέμπει ο χρονομεταφορέας.
Το τρίτο στάδιο ήταν μοναχά το πάτημα ενός κουμπιού. Η επιβεβαίωση της άνανδρης πράξης του Αλέξανδρου Μέανδρου. Κοιτάζοντας με θλίψη το τριγωνικό, πράσινο πλήκτρο, ο Μέανδρος είχε πλέον συνειδητοποιήσει το κακό που είχε προκαλέσει.
«Συγγνώμη, αδερφέ μου» είπε και πάτησε το πλήκτρο μεταφοράς.
Και, τότε, κατάλαβε ο Αλέξανδρος Μέανδρος το νόημα του Χρυσαφένιου Στέμματος. Τότε, που ήταν πλέον πολύ αργά, αντιλήφθηκε ότι μπορούσε να τα είχε αποτρέψει όλα αν δεν πατούσε το πράσινο πλήκτρο. Η ίδια του η αγωνία για ελεύθερη θέληση τον είχε παγιδεύσει στο μονόδρομο του πεπρωμένου.
Επάνω στην τέλεια επιφάνεια του Στέμματος είχε εναποτεθεί η ελπίδα του δειλού άντρα. Και, μόλις αντίκρισε την έξοδο του χρονομεταφορέα, η απελπισία του δυνάμωσε ακόμη πιο πολύ.
«Δεν είναι δυνατόν!» σκέφτηκε. Ήξερε όμως πως όχι μόνον ήτανε δυνατόν, αλλά αυτό που δεν ήθελε να πιστέψει είχε ήδη συμβεί πολύ πριν ο ίδιος μάθει για το Χρυσαφένιο Στέμμα.
«Οι Μεταβλητές! Αυτές θα με σώσουν. Τίποτα δεν είναι ακριβώς ίδιο με κάτι άλλο» είπε και προσπάθησε να αλλοιώσει, όσο μπορούσε, τις μεταβλητές του Στέμματος.
Το Στέμμα, όμως, δίνει μέλλον και παίρνει ζωή. Το ίδιο το μέλλον τρέφεται με την αναπνοή των ζωντανών. Και, καθώς ο άνανδρος επιστήμονας αγωνιζόταν για τη σωτηρία του αδερφού του, το Στέμμα τον έσβηνε από κάθε επίπεδο.
Σε όλα τα Σύμπαντα, οι Μεταβλητές είναι τα στοιχεία που βρίσκονται διαρκώς στην ίδια χαοτική κατάσταση. Η τέλεια δομή τους μοιάζει με νοητή σφαίρα στον κόσμο της σκέψης. Η ατελής δομή τους παρουσιάζεται ως μοεβιακή λωρίδα στον κόσμο της επιστήμης. Το άθροισμα των δομών τους είναι το Χρυσαφένιο Στέμμα. Εκεί είχε αποφασίσει να αναζητήσει την ελπίδα ο Μέανδρος. Εκεί κατάλαβε ότι δεν έπρεπε ποτέ να την αναζητήσει. Και εκεί άφηνε τώρα τη ζωή του, μόνος, απελπισμένος, κουρασμένος και πλανημένος από την ίδια του την πίστη.
Η πιο ασυναίσθητη μετατροπή μιας μεταβλητής μπορεί να είναι η διαφορά ανάμεσα στη γέννηση ενός άστρου και το άνοιγμα μιας μαύρης τρύπας. Ο Μέανδρος, όμως, έφτασε πιο μακριά από το τελευταίο σύνορο. Στην πορεία των γεγονότων που ήταν συγγραμικά με την πράξη δειλίας του, η οποία επέφερε το θάνατο του αδελφού του, ο Μέανδρος παρέσυρε ένα μικροσκοπικό μέρος μαζί του, στην ίδια εκείνη στιγμή, μέσα στο Στέμμα.
Και, προς έκπληξη και οργή του πεπρωμένου, το μέλλον άλλαξε. Τη μικροσκοπική αλλαγή μίας μόνο μεταβλητής, στο πιο αδύναμο σημείο του χρόνου, ακολούθησε ένας χείμαρρος νέων αποτελεσμάτων και συστημάτων που δώσανε νέα έξοδο στις ροές του Χρυσαφένιου Στέμματος.
Μία στιγμή πριν πεθάνει, ο Αλέξανδρος Μέανδρος πρόλαβε να νιώσει ικανοποίηση. Αμέσως μετά, το χωροχρονικό ιδεώδες επέβαλλε ισορροπία. Στη στιγμή του θανάτου του, ο Μέανδρος δεν είχε γεννηθεί ποτέ. Η πορεία του στον κόσμο δεν είχε αρχίσει ούτε τελειώσει. Η ηρωική του πράξη δε συνέβη ποτέ και το όνομά του δε μαθεύτηκε από κανέναν.
‘Το σύστημα της ύπαρξης είναι κατασκευασμένο από τις μεταβλητές της ζωής και τις σταθερές του χωροχρονικού ιδεώδους. Ό,τι βρίσκεται έξω από αυτό το σύστημα είναι άγνωστο ακόμα και σε αυτούς που είναι άγνωστοι σε εμάς.’
Αυτό ήθελε να γραφτεί επάνω στον τάφο του ο Αλέξανδρος Μέανδρος, αν είχε γεννηθεί και πεθάνει μέσα στον κόσμο στον οποίο έζησε.

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Ο Θάνατος Και Ο Δαίμονας Του Ίνγκριμ

(Η παρούσα ιστορία ανήκει στο σύμπαν της Νιμησίας. Πρόκειται για ένα, μεσαιωνικού τύπου, κόσμο που ξεκίνησα να γράφω το 2002 και ήταν ο πρώτος που δημιούργησα.
Πολλά τμήματα των ιστοριών μου τα γράφω κατά τη διάρκεια συναισθηματικών κρίσεων. Έτσι έγινε και με το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ιστορίας.
Θα ήθελα να την προλογίσω περισσότερο, αλλά δε θέλω να επηρρεάσω την ατμόσφαιρα που μπορεί να δημιουργηθεί στην καρδιά σας. Δεν έχω δικαίωμα να σας πω πώς να νιώσετε.)


Ο Θάνατος Και Ο Δαίμονας Του Ίνγκριμ

«Κανένας γονιός δε πρέπει να θάβει το παιδί του» έλεγε και ξαναέλεγε μια απροσδιόριστη φωνή μέσα στο κεφάλι της. «Αυτό που γίνεται τώρα, είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε μια μητέρα.»
Η κατάσταση είχε γίνει πλέον εξαιρετικά αληθινή για τη Ριντίνα. Δύο μέρες πιο πριν είχε γίνει μάρτυρας του ατυχήματος του μεγάλου της γιού με πολύ άμεσο και άσχημο τρόπο. Και, τώρα, κάτι μέσα της προσπαθούσε να την κάνει να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι θα έχει ένα παιδί λιγότερο.
Τα μάτια της, κατακόκκινα και κατάμαυρα ταυτόχρονα από την άθλια ψυχολογική της κατάσταση, ήταν διαρκώς καρφωμένα επάνω στον Ίνγκριμ, που έμοιαζε με πτώμα ξαπλωμένο στο κρεβάτι του θεραπευτικού θαλάμου.
Τον παρατηρούσε ασταμάτητα. Τα μάτια του, το χρώμα του δέρματός του, τα τρεμάμενα χείλη του. Έλιωνε από στεναχώρια στην όψη των ξεραμένων του δαχτύλων και του ατροφικού στήθους του.
«Σε παρακαλώ, σε ικετεύω, μη μού τον πάρεις!» προσευχόταν αδιάκοπα, από μέσα της, στη Θιλκίνια. «Πάρε εμένα, για τ’ όνομα του Λον Έαρεν, πάρε εμένα!» έσκουζε η ψυχή της κατεστραμμένης γυναίκας.
Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ο Ίνγκριμ ψέλλισε κάτι. Πλησίασαν όλοι για να ακούσουν καλύτερα.
«Εί- είναι ώρα» κατάφερε να πει ο μισοπεθαμένος άντρας.
Το σώμα του είχε αρχίσει να κινείται με ένα παράξενο τρόπο. Θα έλεγε κανείς ότι αόρατα χέρια τον πιάνανε και τον πείραζαν από τη θέση του. Για μια στιγμή βυθίστηκε λίγο μέσα στο στρώμα του κρεβατιού, σαν κάτι να τον τράβηξε προς τα κάτω.
«Τι έγινε; Τι έπαθες;» τον ρωτήσανε με αγωνία. Τρομάξανε. Σε κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε φοβόταν ότι θα πεθάνει.
«Με τραβάει».
«Πού; Ποιός;» Είχανε εκπλαγεί.
«Από πάνω!» Χαμογέλασε αστειευόμενος. «Εσείς πού λέτε;»
«Σε τραβάει η Θεά κοντά της Ίνγκριμ;» ρώτησε ο μικρός του αδερφός, φοβισμένος και ταυτόχρονα απορημένος.
«Η Θεά δε τραβάει προς τα κάτω, Γκριμ».
Ο μικρός τρόμαξε.
«Τότε τι;»
Ο Ίνγκριμ κοιτούσε προς τα επάνω, εκεί που βρίσκεται η Θιλκίνια, για όσο προλάβαινε ακόμη.
Η μητέρα του είχε καταλάβει. Κλάματα απελπισίας την κατέλαβαν.
«Δεν είναι δυνατόν!» κατάφερε να πει μέσα από τα δάκρυά της. «Το μωρό μου, το αγόρι μου!»
«Δεν είναι δυνατόν;» απόρησε ο Ίνγκριμ. Γύρισε προς το μέρος της. «Το αγόρι σου είναι πολύ τυχερό που ακόμη και τώρα του έχει δοθεί χρόνος να σε κοιτάζει και να μιλάει σε αυτόν τον κόσμο».
Όλοι γύρω του είχαν καταλάβει και πέσανε σε απόγνωση. Αρχίσανε να κλαίνε, άλλοι πνιχτά, άλλοι με λυγμούς και ο μικρός Γκριμ επειδή αντιλαμβανότανε ότι κάτι πολύ κακό πρόκειται να συμβεί.
Ξαφνικά ο Ίνγκριμ βυθίστηκε πολύ απότομα. Μέσα στο λαιμό του, ένα πνιγμένο στιγμιαίο επιφώνημα πετάχτηκε, χωρίς να βγει από το στόμα του. Το στήθος του κόλλησε τόσο κάτω, που σχεδόν διπλώθηκε με το κεφάλι του. Ο μορφασμός του προσώπου του δεν ήταν μορφασμός φόβου. Δε προσπαθούσε να ξεφύγει. Ήθελε, αλλά ήξερε ότι δε γινόταν πια. Μόνο περίμενε. Περίμενε να δει πώς ήταν να πεθαίνεις μακριά από τη Θεά. Άκουγε τους ήχους της προσπάθειας του Δαίμονά του. Τον τραβούσε προς τα κάτω. Τον ήθελε κάτω. Η ψυχή βρίσκεται στο κέντρο του στήθους. Από εκεί τραβούσε ο Δαίμονας. Έπαιρνε την ψυχή του Ίνγκριμ.
Ορμήσανε όλοι να τον πιάσουνε, μην τυχόν και ο Δαίμονας τον πάρει μαζί του.
«Δε χρειάζεται να με κρατάτε. Ο Δαίμονας δε τραβάει το σώμα μου».
«Ο Δαίμονας;» Γούρλωσε τα μάτια του ο μικρός Γκριμ. Άρχισε να κλαίει περισσότερο. Τώρα ήταν πολύ τρομαγμένος. «Ο Δαίμονας παίρνει τον αδερφό μου!»
«Δε με παίρνει εκείνος, Γκριμ», γύρισε και του εξήγησε. «Εγώ τον κάλεσα. Κάνει ό,τι του είπα».
Ο Γκριμ έφριξε όταν άκουσε αυτά.
«Μαμά, τι λέει;» ρώτησε με ανυπόφορη αθωότητα τη μητέρα του.
Φυσικά η μητέρα του δεν υπήρχε περίπτωση να απαντήσει εκείνη τη στιγμή. Προσπαθούσε να κοιτάξει το σπλάχνο της, αγαπώντας το ακόμα και τώρα που ήξερε ότι είχε ψυχή δαιμονική.
«Ποτέ δεν έπαψα να σ’ αγαπάω, μωρό μου, ό,τι κι αν ήσουν, ό,τι κι αν είσαι, όπως κι αν έζησες!»
Τον αγκάλιαζε σφιχτά κι έκλεγε την ώρα που του μιλούσε.
«Σ’ αγαπάω» του είπε. «Πάντα θα σ’ αγαπάω, γιατί είσαι το παιδί μου!»
Εκείνος κοιτούσε τα μάτια της, που ήταν υπερβολικά υγρά και έλαμπαν στο Φως που άφηνε πίσω του. Η Θεά του είχε κάνει τη χάρη να του δώσει την ικανοποίηση να δακρύσει, έστω και για λίγο.
«Κι εγώ σ’ αγαπάω μαμά» ψιθύρισε ο Ίνγκριμ.
Έπειτα, καθώς έπιανε με τα χέρια του το δικό της χέρι, το στήθος του άρχισε να βυθίζεται πολύ μέσα στο στρώμα. Το μισοτελειωμένο πτώμα τελείωσε και η φωνή του έσβησε. Το κεφάλι του έγειρε προς τα πίσω και τα μάτια του κλείσανε. Στο πρόσωπό του είχε απομείνει το αποτέλεσμα της ζωής του.
Η μάνα του κράτησε στη μνήμη της για πάντα τον πόνο που αντίκρισε στο βλέμμα αυτό.
«Αντίο μωρό μου» είπε εκείνη με απερίγραπτα απόκοσμη φωνή.
Σήκωσε το κεφάλι του και τον φίλησε στο μέτωπο. Προσπαθούσε να νιώσει την ψυχή της. Αισθάνθηκε ότι και η δική της ψυχή είχε φύγει από το σώμα της, αλλά τελικά θυμήθηκε το άλλο της παιδί, το Γκριμ, και πήρε όση αντοχή χρειαζόταν για να μη πεθάνει από απελπισία.
Έπιασε το μικρό από το χέρι, τον αγκάλιασε με όση δύναμη είχε απομείνει στο μητρικό της ένστικτο και βγήκε μαζί του στο διάδρομο.
«Μαμά, πού είναι ο Ίνγκριμ;» βγήκε η αναμενόμενη ερώτηση από τα χείλη του μικρού.
Τον κοίταξε στα μάτια. Σκοτάδι είχε τυλίξει τη ζωή της.
Μαύρη πλέον η ύπαρξή της.
«Πουθενά». 

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Μαριάννα

(Κοντά στη γειτονιά μου υπάρχει ένα εγκαταλελειμένο σπίτι με σπασμένα τζάμια, σάπια ξύλα και γκρεμισμένους τοίχους. Το κλασσικό παλιό σπίτι που υπάρχει στις ταινίες τρόμου, μπαίνουν μέσα τέσσερις και βγαίνει μόνο ένας. Δίπλα στο σπίτι βρίσκεται μια παλιά παιδική χαρά. Νομίζω πως ήταν ήδη παλιά όταν πήγαινα στο νηπιαγωγείο εκεί δίπλα.
Κάθε φορά που περνάω από εκείνο το δρόμο, παρατηρώ το σπίτι. Κάθε, μα κάθε φορά. Και, κάφε μία φορα, με τρομάζει! Περιμένω να δω ένα μυστήριο πρόσωπο μέσα στο σκοτάδι των παραθύρων ή ένα αχνό, αδύναμο παράδοξο φως που δε θα έπρεπε κανονικά να υπάρχει εκεί μέσα. Μπορεί μέχρι τώρα να μην έγινε τίποτα από αυτά, αλλά η αίσθηση που αναδύεται από το σπίτι μοιάζει με την ενόχληση που υπάρχει στο μυαλό καθώς τελειώνει ο πρόλογος μιας ιστορίας τρόμου.
Αυτή είναι η ατμόσφαιρα που έδωσε έμπνευση για τη 'Μαριάννα'. Η ιστορία λαμβάνει χώρα στην παιδική χαρά που ανέφερα, αρκετά μετά τα μεσάνυχτα. Το προσχέδιο ήταν διαφορετικό από το τελικό αποτέλεσμα, καθώς η μυστήρια ατμόσφαιρα του τοπίου θα ήταν το επίκεντρο της ιστορίας. Τελικά, προέκυψε κάτι διαφορετικό. Συμβαίνουν συχνά τέτοιου είδους αλλαγές στις ιστορίες. Στην πραγματικότητα, έτσι διαμορφώνονται οι ιστορίες στην τελική μορφή τους!
Πώς, λοιπόν, από μία πηγή μυστηρίου και τρόμου προέκυψε μία τέτοια ιστορία; Θα το περιγράψω εν συντομία: Η Φαντασία δεν ελέγχεται. Δε διαμορφώνεται. Δεν υποτάσσεται.)


Μαριάννα

Αφήνοντας το άδειο κουτί από μπύρα να πέσει στο χώμα, η Μαριάννα κάθισε σε μία από τις κούνιες της παιδικής χαράς. Τα καστανοκόκκινα μαλλιά της, που της άρεσε να τα αφήνει λυμένα, την κάνανε να μοιάζει μέσα στη νύχτα με πένθιμο τριαντάφυλλο.
Λίγο πιο πέρα, σε μια άλλη κούνια, καθόταν η Δανάη. Προετοιμασμένη για αυτό που θα ερχόταν, αλλά και κάπως θυμωμένη για την κατάσταση που υπήρχε, κοίταζε υπομονετικά τα σύννεφα, που ίσα-ίσα διακρίνονταν χάρη στο φως του φεγγαριού. Ήξερε τι σκεφτόταν η Μαριάννα. Θα της το έλεγε ξανά. Την πρώτη φορά ήταν ξαφνικό και δύσκολο. Τώρα ήταν αναμενόμενο, αλλά δεν έπαψε να τις βασανίζει και τις δύο. Θα ήταν δύσκολο να την ξαναπληγώσει. Η Μαριάννα σήκωσε το βλέμμα της και χαμογέλασε ελαφρά στη Δανάη.
«Είσαι πολύ όμορφη κι απόψε» της είπε, περιμένοντας έστω και μία στοιχειώδη ανταπόκριση. Μετά από εκείνο το βράδυ, πριν από τέσσερις μέρες, που της αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά, δε περίμενε ευχάριστη αντιμετώπιση.
Η Δανάη δε της απάντησε. Αναστέναξε, όμως, ως ένδειξη ότι είχε καταλάβει και πως δε της ήταν ευχάριστο αυτό που γινόταν. Τώρα στο πρόσωπό της υπήρχε το βλέμμα της απογοήτευσης. Η Μαριάννα αποφάσισε ότι θα συνέχιζε αυτό που ξεκίνησε πριν από τέσσερις μέρες. Η καρδιά της δεν ήθελε να έχει τέτοιου είδους πόνο μέσα της. Σηκώθηκε και πλησίασε τη Δανάη.
«Τι θέλεις να κάνουμε; Θέλεις να πάμε κάπου; Όπου θες εσύ!»
Της χαμογέλασε για να την κάνει να νιώσει ευχάριστα. Η Δανάη παρέμενε αμίλητη, κι όμως, τα μάτια της τρεμοπαίζανε. Η Μαριάννα γονάτισε μπροστά της.
«Να σου φέρω κάτι;» έκανε άλλη μια προσπάθεια. Η σιωπή είχε γίνει αφόρητη.
«Δε θέλεις τίποτα;». Ένας λυγμός είχε ακουστεί στη φωνή της, ένδειξη των βασανισμένων συναισθημάτων της.
Τελικά, η Δανάη χαμήλωσε το βλέμμα και είδε δάκρια στο πρόσωπο της κοπέλας. Ήθελε να τελειώνει αυτή η ιστορία, ακόμη κι αν πλήγωνε τη Μαριάννα περισσότερο.
«Δεν είμαι σαν εσένα» της είπε ψύχραιμα.
Η καρδιά της Μαριάννας ένιωσε οδυνηρό, απέραντο σκοτάδι. Δεν ήθελε να το ακούσει αυτό. Το φοβόταν πολύ. Η απάντηση αυτή ήταν τελεσίδικη, δεν άφηνε κανένα περιθώριο για ελπίδες. Είχε μπροστά της την κοπέλα που αγαπούσε και ένιωσε πως δε θα είναι μαζί της ποτέ. Έσκυψε το κεφάλι και έσφιξε τα χείλη της για να μην ακουστεί το κλάμα της. Η Δανάη δεν άντεξε να τη βλέπει σε αυτή την κατάσταση. Πήρε το κεφάλι της Μαριάννας στην αγκαλιά της και τη χάιδεψε για να την ηρεμήσει.
Όμως η Μαριάννα ένιωσε χειρότερα. Ήξερε ότι το χάδι που ένιωθε ήταν συμπονετικό, ίσως φιλικό. Δεν ήταν ερωτικό. Σηκώθηκε όρθια και κοίταξε τη Δανάη με αποφασιστικότητα. Δεν έκλαιγε πια, αλλά τα δάκρια από τα μάτια της δεν είχανε φύγει ακόμη. Η Δανάη σηκώθηκε κι εκείνη. Κοιταχτήκανε για λίγα δευτερόλεπτα. Έπειτα, η Μαριάννα αποφάσισε να κάνει μια τελευταία προσπάθεια. Την αγαπούσε πολύ για να την εγκαταλείψει χωρίς να είναι απολύτως σίγουρη.
«Την πρώτη φορά είπες ότι δεν είσαι ερωτευμένη μαζί μου. Τώρα, λες ότι δεν είσαι σαν εμένα. Είναι η σειρά μου να σου πω τι νιώθω εγώ για σένα».
Πέρασε τα χέρια της γύρω από τη μέση της Δανάης.
«Είμαι ερωτευμένη μαζί σου. Όταν σε κοιτάζω, νιώθω την ανάγκη να σε σφίξω στην αγκαλιά μου και να σε φιλάω. Όταν σε σκέφτομαι, ξέρω ότι θέλω να είμαστε μαζί. Θέλω να είμαι η κοπέλα σου, αυτή που θα σε φροντίζει και θα σε προστατεύει από ό,τι συμβεί. Θέλω να προσπαθήσω να σε κάνω ευτυχισμένη και να σου δείξω τι σημαίνεις για μένα».
Πλησίασε τα χείλη της στα χείλη της Δανάης. Ήθελε να τη φιλήσει. Κι όμως, παρόλο που το ήθελε όσο τίποτα άλλο, δε το έκανε. Δεν έπρεπε ούτε μια στιγμή να την αναγκάσει να κάνει κάτι. Μόνο την κοίταζε.
«Σ’ αγαπάω» της ψιθύρισε.
Η Δανάη ανατρίχιασε. Τα συναισθήματα που ένιωθε στα τελευταία δευτερόλεπτα ήταν πολύ έντονα. Έβλεπε στα μάτια της μια ερωτευμένη κοπέλα. Ένιωθε την αγάπη της και τον έρωτά της στο δέρμα του δικού της προσώπου.  Ήταν σα να την έκαιγε η αγάπη της Μαριάννας.  Έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή. Τη φίλησε. Άνοιξε τα μάτια της. Η Μαριάννα κοιτούσε έκπληκτη. Κάτι προσπάθησε να πει, αλλά η Δανάη τη σταμάτησε:
«Μη μιλήσεις».
Την ξαναφίλησε. Πέρασε τα χέρια της γύρω από το λαιμό της Μαριάννας και φιληθήκανε ξανά. Και ξανά και ξανά. Την έσφιξε στην αγκαλιά της δυνατά, φοβήθηκε ξαφνικά μήπως τη χάσει.
«Σε θέλω» ψιθύρισε η Δανάη, αναστενάζοντας, εκπέμποντας απρόσμενα ερωτική επιθυμία.
«Κι εγώ σε θέλω μωρό μου» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της η Μαριάννα. Είχε ερεθιστεί τόσο πολύ που ακούστηκε σα να ήταν θυμωμένη.
Πέσανε στο χώμα, την ίδια στιγμή που τα σύννεφα καθάρισαν από τον ουρανό και το φεγγάρι φάνηκε ολόκληρο, κάνοντας τις κοπέλες να λάμπουν στο σκοτάδι, σαν όνειρα στον κόσμο των παραμυθιών.