Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Φλεγόμενος Ορίζοντας

(Η ιστορία είναι αφιερωμένη και γραμμένη για τον Αλέξανδρο Παστιρματζή. Το πρώτο, πρώτο άτομο που έδωσε αληθινή σημασία στις ιστορίες μου. Τον πρώτο που μου έδωσε βοήθεια και κίνητρο για να συνεχίσω να γράφω στην Κοσμοσύρια.
Με τον Αλέξανδρο μας συνδέει το Μέταλ. Η αγάπη μας για τις ιστορίες. Η τρέλα μας για RPG παιχνίδια. Και, τώρα, ο ίδιος είναι πλέον μέρος του Σκοτεινού Γαλαξία.
Άλεξ, σ' ευχαριστώ πολύ! Αν δεν ήσουν εσύ, κάποιες από τις ιστορίες της Κοσμοσύριας δε θα είχαν γραφτεί καθόλου.)


Φλεγόμενος Ορίζοντας

Είκοσι δύο χρόνια πριν από το περιστατικό του Αμηντίτ, το οποίο δίχασε την Τεχνοεκκλησία και επέφερε το Σχίσμα, οι Δέκα Χιλιάδες προσγειωνόταν στον κρυστάλλινο πλανήτη Μισία, στο αστρικό σύστημα του Ιμέμ.
Η ξεχωριστή αυτή ομάδα, με τα μέλη της προσεκτικά επιλεγμένα από τα τάγματα του στρατού των Νέων, είχε αναλάβει να αντιμετωπίσει τους Λευκούς Πειρατές, τους πιο διαβόητους λαθρεμπόρους νανοσκευασμάτων σε ολόκληρο το αστρικό σύστημα του Φιλσαμίρ.
Για δύο εβδομάδες συγκρούονταν αλύπητα οι δυνάμεις τους μέχρι που τα κύρια μάχιμα σώματα και των δύο πλευρών είχαν εξοντωθεί. Κουρασμένοι από τις επαναλαμβανόμενες μάχες, με το ηθικό διαλυμένο από το θάνατο παντού γύρω τους και τα φρέσκα πτώματα ως καθημερινή συντροφιά, οι διασκορπισμένοι εναπομείναντες πολεμιστές αναζητούσαν ο ένας τον άλλο.
Μια τελευταία μάχη. Αυτό ήταν το μόνο που τους έδινε δύναμη για να συνεχίσουν. Αυτό είχε απομείνει πια στη ζωή τους. Το όριο ανάμεσα στο σωστό και το λάθος είχε ξεθωριάσει μετά από δύο εβδομάδες ασταμάτητων σκοτωμών. Οι όροι ‘στρατιώτης’ και ‘λαθρέμπορος’ είχαν χάσει πλέον τη σημασία τους. Η δόξα που περίμεναν όταν προσγειωνόταν, ορθωμένοι και περήφανοι οι στρατιώτες της Μεγιδδούς, ήταν τα κομμένα κεφάλια των εχθρών τους. Ήταν οι λεπίδες στα ίδια τους τα χέρια, που στρίβανε βαθιά μέσα στα σπλάχνα των λαθρεμπόρων. Ήταν οι ριπές λέιζερ που έκαιγαν τα σώματα των Λευκών Πειρατών, εξαΰλωναν τα μάτια τους και άφηναν τα τσουρουφλισμένα τους πτώματα να πέσουν στο έδαφος ως άχρηστες σάρκινες μάζες, βιολογικά σκουπίδια που πριν λίγο ήταν σώμα και πνεύμα.
Από την άλλη πλευρά της σύγκρουσης, η κυριαρχία που ονειρευόταν οι Λευκοί Πειρατές στο σύστημα του Ιμέμ ήταν πια όχι μόνο χωρίς ελπίδες αλλά τώρα έπρεπε να αγωνιστούν ως τον τελευταίο, αν ήθελαν να συνεχίσουν να υπάρχουν ως οργάνωση. Η εμπροσθοφυλακή τους είχε θεριστεί, ο αρχηγός τους είχε στείλει μια ριπή λέιζερ ανάμεσα στα μάτια του και οι λίγοι που απέμειναν ήταν κυρίως μηχανικοί και επιστήμονες. Χωρίς ικανό πολεμικό δυναμικό, με μόνη τους ελπίδα την ανασύσταση της οργάνωσης και τη θέση του αρχηγού (την οποία ο καθένας ήθελε για τον εαυτό του) μετά το τέλος της μάχης, οι Λευκοί Πειρατές είχαν αποφασίσει να εξαλείψουν την απειλή που είχε προσγειωθεί στη Μισία πριν τους αφανίσει ολοκληρωτικά.
Καθώς το τέλος της μάχης ήταν κοντά και οι στρατοί ήταν ουσιαστικά αποδεκατισμένοι, ένα μεταγωγικό καμάτ πλησίαζε στο τελευταίο φυλάκιο, λίγες δεκάδες μέτρα μακριά από το αρχηγείο της βάσης Σόρλας. Μέσα στο, βαριά θωρακισμένο, όχημα βρισκόταν μόνο δύο άντρες από τους δεκαοχτώ που μπορούσαν να επιβιβαστούν συνολικά.
«Αυτό ήταν. Σταμάτησε πίσω από την αριστερή τσιμεντένια προεξοχή για να κρύψουμε το καμάτ» είπε ο Αλέξανδρος στο Φίμμερπο.
Ο Αλέξανδρος Μένειπος ήταν ταγματάρχης του σώματος ξηράς των Νέων και ο Φίμμερπος Τένσιος ήταν ένας απλός στρατιώτης. Όμως, οι βαθμοί στη Μισία είχαν πάψει από καιρό να ισχύουν, έστω και για την τιμή της ιεραρχίας. Τα παράσημα και τα διακριτικά στις στολές τους είχαν κρυφτεί, θαμμένα κάτω από το αίμα των εχθρών τους, λερωμένα από τα εντόσθια που με τα χέρια τους είχαν τραβήξει έξω από τις κοιλιές των πειρατών. Δεν υπήρχε χώρος για βαθμούς, περηφάνια ή τιμή, όταν εκσφενδόνιζαν τις διάτρητες λόγχες τους μέσα στα στόματα, στα γεννητικά όργανα και στα μάτια των λαθρεμπόρων.
Κανείς τους δεν ήθελε να το ομολογήσει, αλλά αυτό που τους κρατούσε ενωμένους τώρα πια ήταν ο φόνος. Το ένστικτο για επιβίωση είχε κρυφτεί. Δε τρέχανε για να ξεφύγουν. Δε ψάχνανε τρόπους για να αποφύγουν τη μάχη. Αντιθέτως, ανυπομονούσαν να σκοτώσουν ξανά. Μόνο έτσι θα τελείωνε αυτός ο εφιάλτης. Με περισσότερο εφιάλτη.
Κατεβήκανε από το σταθμευμένο όχημα και ετοιμάστηκαν να εισβάλλουν στο φυλάκιο. Ο Αλέξανδρος τοποθετούσε τα βραχέα εκρηκτικά στην πόρτα καθώς ο Φίμμερπος ατένιζε τον ουρανό.
Αφού τοποθέτησε το τελευταίο κομμάτι στο μικρό εκρηκτικό δίκτυο που είχε ετοιμάσει, ο ταγματάρχης κοίταξε το Φίμμερπο. Είχε ακόμα στραμμένο το βλέμμα του στον ουρανό και ήταν ανήσυχος.
«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε βιαστικά.
Ο Φίμμερπος, χωρίς να κατεβάσει το κεφάλι, απάντησε.
«Ο Ιμέμ. Είναι παράξενος σήμερα. Βλέπεις αυτό το πορτοκαλί δαχτυλίδι γύρω του;» είπε κι έδειξε προς το άστρο.
Ο Αλέξανδρος ύψωσε το βλέμμα.
«Ναι, το βλέπω. Τι έχει;» είπε χωρίς να έχει ιδέα από αστροφυσική.
Ο Φίμμερπος κάρφωσε το βλέμμα στον ταγματάρχη, παίρνοντας ένα πολύ σοβαρό ύφος.
«Δεν έπρεπε να είναι εκεί!» είπε και τα λόγια του ακούστηκαν σαν απειλή. Επανέφερε το βλέμμα στον ουρανό.
«Μελετάω το διάστημα σε όλη μου τη ζωή, Αλέξανδρε. Έχω πατήσει στο πέτρινο κέλυφος του κομήτη Πράϊου, δύο μέρες πριν συγκρουστεί με τα βουνά του Νούναμικ. Έχω υπολογίσει την κοσμική ροή και τη σκοτεινή συχνότητα του Κενάριου νεφελώματος. Αλλά, αυτό; Δεν έχω την παραμικρή εξήγηση ή πιθανολογία για το τι στα κομμάτια είναι.»
Ο Αλέξανδρος δυσκολευόταν να καταλάβει.
«Χρειάζεται οπωσδήποτε να είναι κάτι;»
«Η άγνοια είναι στ’ αλήθεια ευτυχία» σκέφτηκε ο Φίμμερπος. Αλλά, καθώς δεν ήξερε πράγματι τι συμπέρασμα να βγάλει για το άγνωστο αυτό φαινόμενο που λάμβανε χώρα γύρω από τον Ιμέμ, είπε μόνο αυτό για το οποίο ήταν σίγουρος.
«Ξέρω μόνο ότι αυτό το πράγμα δεν είναι καλό. Δε ξέρω τι είναι και τι κάνει εκεί, αλλά δε μου αρέσει καθόλου.»
Ο Αλέξανδρος έστρεψε στα γρήγορα τα μάτια προς την πόρτα του φυλακίου και ενεργοποίησε τον πυροκροτητή στο χέρι του. Η πόρτα έσκασε και τινάχτηκε προς τα μέσα.
«Αρκετό χρόνο χάσαμε. Ετοιμάσου» είπε στο στρατιώτη.
Με τα όπλα φορτισμένα τρέξανε στο διάδρομο του φυλακίου. Μέχρι να φτάσουν στην άλλη άκρη, μπροστά στα παράθυρα, συναντούσανε μόνο πτώματα.
«Μας πρόλαβαν άλλοι δικοί μας. Πάμε να ελέγξουμε το αρχηγ-» ξεκίνησε να λέει ο Αλέξανδρος, δείχνοντας το αρχηγείο μέσα από τα παράθυρα, αλλά δε πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του. Μια απρόσμενη σεισμική δόνηση τράνταξε την περιοχή.
Χάσανε κι οι δύο την ισορροπία τους και ξαπλωθήκανε στο πάτωμα.
«Έκρηξη;» ρώτησε ο Φίμμερπος, καθώς στηριζόταν στα γόνατα και σηκωνόταν όρθιος.
«Δε νομίζω» απάντησε ο Μένειπος που είχε ήδη κολλήσει στο παράθυρο, παρατηρώντας το αρχηγείο απέναντι. Χωρίς να πάρει το βλέμμα του από εκεί, συνέχισε.
«Κάτι είδα πριν ταρακουνηθούμε. Νομίζω πως στο αρχηγείο βρίσκεται ο ίδιος ο Σόρλας Τάναρ με τον εσώτερο κύκλο του.»
«Πάμε;» έκανε ανυπόμονος ο Φίμμερπος και ξεκίνησε να προχωράει προς την έξοδο.
«Όχι, περίμενε» τον σταμάτησε ο ταγματάρχης. «Αν ο Τάναρ είναι εκεί, ποιος ξέρει πόσους έχει μαζί του. Ας στήσουμε έναν εντοπιστή κινήσεων για να ελέγχει την πύλη του αρχηγείου κι ας περιμένουμε.»
Μετά από περίπου είκοσι λεπτά οι δυο πολεμιστές καθόταν μπροστά στην κονσόλα ελέγχου του φυλακίου, αναμένοντας το σήμα συναγερμού του εντοπιστή.
Δεν είχαν και πολλά να κάνουν για όση ώρα περιμένανε.
«Πού θα πας όταν τελειώσουμε από εδώ;» ρώτησε το στρατιώτη ο Αλέξανδρος. Δε τον ένοιαζε να μάθει στ’ αλήθεια. Ήθελε μόνο να πιστέψει ότι θα έφευγαν από εκεί στο τέλος. Είχε ανάγκη να ζήσει, για λίγο, μέσα σε ένα κόσμο όπου το τέλος δε θα ερχόταν σε ένα στενό φυλάκιο, ανάμεσα σε νεκρούς στρατιώτες, επάνω στον ξεχασμένο αυτό πλανήτη.
Ο Φίμμερπος είχε την ίδια ακριβώς ανάγκη. Δεν έχασε την ευκαιρία.
«Θα πάρω άδεια για δέκα μέρες, επιπλέον της τιμητικής φυσικά. Θέλω να επιστρέψω στο εργαστήριό μου, στο γραφείο μου. Εσύ;»
«Θα τρέξω στην κοπέλα μου. Ούτε θυμάμαι πια πόσο καιρό έχω να δω την Εύστη. Τρεις μήνες; Τέσσερις; Θα μείνω δίπλα της μέχρι την τελευταία μέρα αδείας!»
Η διάθεσή του είχε βελτιωθεί όσο σκεφτόταν την Εύστη. Για λίγες στιγμές η σκέψη του έφυγε μακριά από τα πτώματα, τους φόνους και τα λέιζερ. Η μοναδική εικόνα στο μυαλό του ήταν τα καστανά της μάτια. Τα κατακόκκινα, κοντοκουρεμένα μαλλιά της με το λεπτό ασημένιο πιαστράκι που τα μάζευε πίσω και σχημάτιζε μια μικρή κοτσίδα. Θυμήθηκε το χαμόγελό της και τα λεπτά, αχνά, δειλά ροζ χείλη της.
Παρασύρθηκε και, για λίγα δευτερόλεπτα, χαμογελούσε. Το βάρβαρο πολεμικό κτήνος είχε εξαφανιστεί μέσα του, έστω για λίγο.
Και, καθώς οι δυο άντρες ατενίζανε το μέλλον και την τόσο επιθυμητή ασφάλεια και την ηρεμία τους, ακούστηκε ο χαμηλός συναγερμός του εντοπιστή.
«Ο Σόρλας» είπε βιαστικά ο Αλέξανδρος και πετάχτηκε όρθιος, ετοιμάζοντας το όπλο του. Ο Φίμμερπος τον ακολούθησε σχεδόν αμέσως, ψάχνοντας για χειροβομβίδες ευρείου πλάσματος στις τσέπες του. Τα κτήνη είχαν επανέλθει και ήταν έτοιμα για περισσότερους σκοτωμούς.
Όρμησαν έξω από την ανατιναγμένη πύλη του φυλακίου και κολλήσανε στο πίσω μέρος του καμάτ, προσπαθώντας να φτάσουν σιγά-σιγά στην τσιμεντένια προεξοχή και να παρατηρήσουν τον εχθρό.
«Δε θα ήταν προτιμότερο να μέναμε μέσα και να τους πυροβολούμε από τα παράθυρα;» ψιθύρισε ο Φίμμερπος στον ταγματάρχη.
«Όχι. Τα αρχηγεία των Λευκών Πειρατών είναι πάντα εξοπλισμένα με ρουκετοβόλα για να ρίχνουν τα αεροσκάφη μας. Με μια βολή θα μας κάνουν σκόνη.»
«Τότε να πάρουμε το καμάτ» πρότεινε ο στρατιώτης.
«Φίμμερπε, σύνελθε! Ένα από τα πιο αποτελεσματικά όπλα των πειρατών είναι ο ηλεκτρομαγνητικός τους παλμός! Οι καταραμένοι οι Βοριστές τούς τον πουλάνε. Θα έρθει και για εκείνους η ώρα κάποτε.»
Σκέφτηκε στα γρήγορα και αποφάσισε.
«Πες μου πόσοι είναι. Θα χρησιμοποιήσουμε συστοιχία γυάλινων οίλων και θα τελειώσουμε εύκολα.»
Ο Φίμμερπος ξαφνιάστηκε.
«Μα οι γυάλινοι οίλοι είναι πειράματα ινσκ!»
Ο Αλέξανδρος την περίμενε τέτοιου είδους αντίδραση.
«Δεν είναι όλα τα πειράματα ινσκ αποτυχημένα, συνάδελφε.» είπε με ύφος.
Ο Φίμμερπος ήξερε πως δεν ήταν ώρα για συζήτηση. Έβγαλε το κεφάλι του έξω από τον τσιμεντένιο τοίχο κι έριξε μια γρήγορη ματιά στην πύλη του αρχηγείου, τρία δευτερόλεπτα πριν μια κίτρινη ριπή λέιζερ τον αναγκάσει να κρυφτεί ξανά.
«Τουλάχιστον δεκαπέντε.»
«Εντάξει» είπε ο Αλέξανδρος και άρχισε να ετοιμάζει τους οίλους. Απόθεσε στο χώμα, όσο πιο κοντά γινόταν στη γωνία του τοίχου, για να το δουν οι πειρατές όταν θα ήταν η ώρα, ένα μικρό σιδερένιο τρίποδα με μια γυάλινη σφαίρα κολλημένη επάνω, διαμέτρου το πολύ είκοσι εκατοστών. Πίεσε με δύναμη το επάνω μέρος της σφαίρας. Από διάφανη που ήταν, η σφαίρα πήρε ένα γαλάζιο-μωβ χρώμα. Μικρές, λεπτές κίτρινες φωτεινές κορδέλες αναδύθηκαν από το γυάλινο σώμα και το περιτριγύριζαν με μεγάλη ταχύτητα.
Οι δύο πολεμιστές τρέξανε αμέσως πίσω, στην ασφάλεια του φυλακίου. Κάθε ένα από τα ποδαράκια του τρίποδα εμφάνισε μια μικρή, στρογγυλή τρύπα από όπου άρχισε να αναδύεται γαλάζιος καπνός. Ο καπνός απλώθηκε γρήγορα σε μια έκταση σχεδόν κυκλική γύρω από τη συσκευή και είχε εμβαδό δεκατέσσερα τετραγωνικά μέτρα. Ήταν αδύνατο να μη τον προσέξουν οι πειρατές.
Δυνατά βήματα γέμισαν το χώρο έξω από το φυλάκιο. Αμέσως μετά, ομιλίες. Ησυχία. Και, ξαφνικά, τρομαγμένες φωνές. Ουρλιαχτά. Οι ήχοι που κάνουν τα σώματα όταν πέφτουν άψυχα στο έδαφος. Και, τέλος, σιωπή. Ο ιερός μανδύας του θανάτου.
«Ωραία. Αυτό ήταν» είπε ήσυχος ο Αλέξανδρος. «Τώρα, τρέχουμε στο αρχηγείο, καθαρίζουμε όσους έχουνε μείνει και στέλνουμε σήμα στους δικούς μας να έρθουν να μας πάρουν από εδώ.»
Έξω από το φυλάκιο είδανε τα αφυδατωμένα, άψυχα σώματα των λαθρεμπόρων. Ανάμεσά τους κι ο περιβόητος Σόρλας Τάναρ. Η συσκευή με τον τρίποδα έστεκε άχρωμη και, πλέον, άχρηστη στο κέντρο του μακάβριου κύκλου.
Μέσα στο αρχηγείο δε βρήκανε κανέναν άλλο. Ανακουφισμένοι, ακουμπήσανε τα όπλα σε μια άκρη και ο Φίμμερπος έθεσε την τηλεοθόνη στον καρπό του σε πλανητική εμβέλεια, έτοιμος να στείλει σήμα για αναφορά αποπεράτωσης αποστολής και ασφαλή μετάβαση πίσω στη Μεγιδδώ.
Δε πρόλαβε. Το έδαφος σείστηκε ξανά. Ξαπλώθηκαν και πάλι στο πάτωμα, ανάσκελα. Ο σεισμός σταμάτησε. Ξαφνικά, δυσκολευόταν πολύ να αναπνεύσουν. Πανικοβληθήκανε. Τρέξανε έξω από το κτίριο, αναζητώντας οξυγόνο. Ο ορίζοντας στο βάθος φλέγονταν. Ο ουρανός ήταν κατακίτρινος. Το οξυγόνο ανύπαρκτο. Πέσανε στα γόνατα, φοβισμένοι και απελπισμένοι. Πάλευαν για αναπνοή.
Με τα μάτια ορθάνοιχτα από τον τρόμο, κοιτάζανε τις φλόγες στο βάθος, που πλησιάζανε.
Πρώτος έφυγε ο Φίμμερπος. Το κουφάρι του έμεινε κοκαλωμένο με το πρόσωπο πεσμένο ίσια στο έδαφος και τα χέρια στο λαιμό του, από την αγωνία του να ανασάνει.
Ο Αλέξανδρος πρόλαβε να καλέσει την Εύστη από την τηλεοθόνη στον καρπό του. Ήταν ξαπλωμένος στο πλάι, με τα μάτια του καρφωμένα στην οθόνη.
«Αλέξανδρε; Αγάπη μου!» φώναξε χαρούμενη η κοπέλα όταν απάντησε στην κλήση και είδε το πρόσωπό του.
«Τελειώσατε, μωρό μου; Πότε επιστρέφεις;» ρώτησε πανευτυχής.
Δε μπορούσε να της απαντήσει. Μετά βίας έβρισκε τη δύναμη να παραμείνει ζωντανός. Ήθελε απλά να τη δει για μια τελευταία φορά.
Οι φλόγες πλησίαζαν. Το μόνο που τον κρατούσε ακόμα στη ζωή ήταν η εικόνα της, το πρόσωπο της. Τα μάτια της.
Προσπάθησε να χαμογελάσει. Αλλά οι μύες του παρέμειναν ανέκφραστοι. Οι φλόγες είχαν πια φτάσει. Για μια στιγμή, ακουγόταν οι ανήσυχες λέξεις της γυναίκας, το μπέρδεμά της, η φωτιά που έτριζε επάνω στο έδαφος.
Την επόμενη στιγμή, οι φλόγες τον πήρανε.
Δύο μήνες αργότερα, οι επιστήμονες της Μεγιδδούς είχανε καταλήξει: αστρικός νιχιλισμός. Μοναδικό, στο είδος του, φαινόμενο. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ο Ιμέμ είχε μεταλλαχθεί σε φασματικό άστρο. Σε ολόκληρο το σύστημά του, οι ατμόσφαιρες όλων των πλανητών κάηκαν μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Ένα ολόκληρο αστρικό σύστημα πέθανε μέσα σε μια στιγμή του κόσμου.
Αλλά, τα αστέρια του ουρανού είναι τόσα, ώστε πάντα να υπάρχουν μερικά ακόμη. Κι έτσι, η Μεγιδδώ επέστρεψε γρήγορα στην καθημερινότητά της. Ξέχασε τους Δέκα Χιλιάδες και συνέχισε την ζωή που ήδη είχε στο δικό της αστρικό σύστημα, το Φιλσαμίρ.
Μέχρι να έρθει, τριάντα δύο χρόνια μετά, η σειρά της στην καταραμένη πορεία του Σκοτεινού Γαλαξία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου