Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Μαριάννα

(Κοντά στη γειτονιά μου υπάρχει ένα εγκαταλελειμένο σπίτι με σπασμένα τζάμια, σάπια ξύλα και γκρεμισμένους τοίχους. Το κλασσικό παλιό σπίτι που υπάρχει στις ταινίες τρόμου, μπαίνουν μέσα τέσσερις και βγαίνει μόνο ένας. Δίπλα στο σπίτι βρίσκεται μια παλιά παιδική χαρά. Νομίζω πως ήταν ήδη παλιά όταν πήγαινα στο νηπιαγωγείο εκεί δίπλα.
Κάθε φορά που περνάω από εκείνο το δρόμο, παρατηρώ το σπίτι. Κάθε, μα κάθε φορά. Και, κάφε μία φορα, με τρομάζει! Περιμένω να δω ένα μυστήριο πρόσωπο μέσα στο σκοτάδι των παραθύρων ή ένα αχνό, αδύναμο παράδοξο φως που δε θα έπρεπε κανονικά να υπάρχει εκεί μέσα. Μπορεί μέχρι τώρα να μην έγινε τίποτα από αυτά, αλλά η αίσθηση που αναδύεται από το σπίτι μοιάζει με την ενόχληση που υπάρχει στο μυαλό καθώς τελειώνει ο πρόλογος μιας ιστορίας τρόμου.
Αυτή είναι η ατμόσφαιρα που έδωσε έμπνευση για τη 'Μαριάννα'. Η ιστορία λαμβάνει χώρα στην παιδική χαρά που ανέφερα, αρκετά μετά τα μεσάνυχτα. Το προσχέδιο ήταν διαφορετικό από το τελικό αποτέλεσμα, καθώς η μυστήρια ατμόσφαιρα του τοπίου θα ήταν το επίκεντρο της ιστορίας. Τελικά, προέκυψε κάτι διαφορετικό. Συμβαίνουν συχνά τέτοιου είδους αλλαγές στις ιστορίες. Στην πραγματικότητα, έτσι διαμορφώνονται οι ιστορίες στην τελική μορφή τους!
Πώς, λοιπόν, από μία πηγή μυστηρίου και τρόμου προέκυψε μία τέτοια ιστορία; Θα το περιγράψω εν συντομία: Η Φαντασία δεν ελέγχεται. Δε διαμορφώνεται. Δεν υποτάσσεται.)


Μαριάννα

Αφήνοντας το άδειο κουτί από μπύρα να πέσει στο χώμα, η Μαριάννα κάθισε σε μία από τις κούνιες της παιδικής χαράς. Τα καστανοκόκκινα μαλλιά της, που της άρεσε να τα αφήνει λυμένα, την κάνανε να μοιάζει μέσα στη νύχτα με πένθιμο τριαντάφυλλο.
Λίγο πιο πέρα, σε μια άλλη κούνια, καθόταν η Δανάη. Προετοιμασμένη για αυτό που θα ερχόταν, αλλά και κάπως θυμωμένη για την κατάσταση που υπήρχε, κοίταζε υπομονετικά τα σύννεφα, που ίσα-ίσα διακρίνονταν χάρη στο φως του φεγγαριού. Ήξερε τι σκεφτόταν η Μαριάννα. Θα της το έλεγε ξανά. Την πρώτη φορά ήταν ξαφνικό και δύσκολο. Τώρα ήταν αναμενόμενο, αλλά δεν έπαψε να τις βασανίζει και τις δύο. Θα ήταν δύσκολο να την ξαναπληγώσει. Η Μαριάννα σήκωσε το βλέμμα της και χαμογέλασε ελαφρά στη Δανάη.
«Είσαι πολύ όμορφη κι απόψε» της είπε, περιμένοντας έστω και μία στοιχειώδη ανταπόκριση. Μετά από εκείνο το βράδυ, πριν από τέσσερις μέρες, που της αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά, δε περίμενε ευχάριστη αντιμετώπιση.
Η Δανάη δε της απάντησε. Αναστέναξε, όμως, ως ένδειξη ότι είχε καταλάβει και πως δε της ήταν ευχάριστο αυτό που γινόταν. Τώρα στο πρόσωπό της υπήρχε το βλέμμα της απογοήτευσης. Η Μαριάννα αποφάσισε ότι θα συνέχιζε αυτό που ξεκίνησε πριν από τέσσερις μέρες. Η καρδιά της δεν ήθελε να έχει τέτοιου είδους πόνο μέσα της. Σηκώθηκε και πλησίασε τη Δανάη.
«Τι θέλεις να κάνουμε; Θέλεις να πάμε κάπου; Όπου θες εσύ!»
Της χαμογέλασε για να την κάνει να νιώσει ευχάριστα. Η Δανάη παρέμενε αμίλητη, κι όμως, τα μάτια της τρεμοπαίζανε. Η Μαριάννα γονάτισε μπροστά της.
«Να σου φέρω κάτι;» έκανε άλλη μια προσπάθεια. Η σιωπή είχε γίνει αφόρητη.
«Δε θέλεις τίποτα;». Ένας λυγμός είχε ακουστεί στη φωνή της, ένδειξη των βασανισμένων συναισθημάτων της.
Τελικά, η Δανάη χαμήλωσε το βλέμμα και είδε δάκρια στο πρόσωπο της κοπέλας. Ήθελε να τελειώνει αυτή η ιστορία, ακόμη κι αν πλήγωνε τη Μαριάννα περισσότερο.
«Δεν είμαι σαν εσένα» της είπε ψύχραιμα.
Η καρδιά της Μαριάννας ένιωσε οδυνηρό, απέραντο σκοτάδι. Δεν ήθελε να το ακούσει αυτό. Το φοβόταν πολύ. Η απάντηση αυτή ήταν τελεσίδικη, δεν άφηνε κανένα περιθώριο για ελπίδες. Είχε μπροστά της την κοπέλα που αγαπούσε και ένιωσε πως δε θα είναι μαζί της ποτέ. Έσκυψε το κεφάλι και έσφιξε τα χείλη της για να μην ακουστεί το κλάμα της. Η Δανάη δεν άντεξε να τη βλέπει σε αυτή την κατάσταση. Πήρε το κεφάλι της Μαριάννας στην αγκαλιά της και τη χάιδεψε για να την ηρεμήσει.
Όμως η Μαριάννα ένιωσε χειρότερα. Ήξερε ότι το χάδι που ένιωθε ήταν συμπονετικό, ίσως φιλικό. Δεν ήταν ερωτικό. Σηκώθηκε όρθια και κοίταξε τη Δανάη με αποφασιστικότητα. Δεν έκλαιγε πια, αλλά τα δάκρια από τα μάτια της δεν είχανε φύγει ακόμη. Η Δανάη σηκώθηκε κι εκείνη. Κοιταχτήκανε για λίγα δευτερόλεπτα. Έπειτα, η Μαριάννα αποφάσισε να κάνει μια τελευταία προσπάθεια. Την αγαπούσε πολύ για να την εγκαταλείψει χωρίς να είναι απολύτως σίγουρη.
«Την πρώτη φορά είπες ότι δεν είσαι ερωτευμένη μαζί μου. Τώρα, λες ότι δεν είσαι σαν εμένα. Είναι η σειρά μου να σου πω τι νιώθω εγώ για σένα».
Πέρασε τα χέρια της γύρω από τη μέση της Δανάης.
«Είμαι ερωτευμένη μαζί σου. Όταν σε κοιτάζω, νιώθω την ανάγκη να σε σφίξω στην αγκαλιά μου και να σε φιλάω. Όταν σε σκέφτομαι, ξέρω ότι θέλω να είμαστε μαζί. Θέλω να είμαι η κοπέλα σου, αυτή που θα σε φροντίζει και θα σε προστατεύει από ό,τι συμβεί. Θέλω να προσπαθήσω να σε κάνω ευτυχισμένη και να σου δείξω τι σημαίνεις για μένα».
Πλησίασε τα χείλη της στα χείλη της Δανάης. Ήθελε να τη φιλήσει. Κι όμως, παρόλο που το ήθελε όσο τίποτα άλλο, δε το έκανε. Δεν έπρεπε ούτε μια στιγμή να την αναγκάσει να κάνει κάτι. Μόνο την κοίταζε.
«Σ’ αγαπάω» της ψιθύρισε.
Η Δανάη ανατρίχιασε. Τα συναισθήματα που ένιωθε στα τελευταία δευτερόλεπτα ήταν πολύ έντονα. Έβλεπε στα μάτια της μια ερωτευμένη κοπέλα. Ένιωθε την αγάπη της και τον έρωτά της στο δέρμα του δικού της προσώπου.  Ήταν σα να την έκαιγε η αγάπη της Μαριάννας.  Έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή. Τη φίλησε. Άνοιξε τα μάτια της. Η Μαριάννα κοιτούσε έκπληκτη. Κάτι προσπάθησε να πει, αλλά η Δανάη τη σταμάτησε:
«Μη μιλήσεις».
Την ξαναφίλησε. Πέρασε τα χέρια της γύρω από το λαιμό της Μαριάννας και φιληθήκανε ξανά. Και ξανά και ξανά. Την έσφιξε στην αγκαλιά της δυνατά, φοβήθηκε ξαφνικά μήπως τη χάσει.
«Σε θέλω» ψιθύρισε η Δανάη, αναστενάζοντας, εκπέμποντας απρόσμενα ερωτική επιθυμία.
«Κι εγώ σε θέλω μωρό μου» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της η Μαριάννα. Είχε ερεθιστεί τόσο πολύ που ακούστηκε σα να ήταν θυμωμένη.
Πέσανε στο χώμα, την ίδια στιγμή που τα σύννεφα καθάρισαν από τον ουρανό και το φεγγάρι φάνηκε ολόκληρο, κάνοντας τις κοπέλες να λάμπουν στο σκοτάδι, σαν όνειρα στον κόσμο των παραμυθιών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου