Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Αεμτιννέμτια

(Η ιστορία είναι αφιερωμένη και γραμμένη για την Άννα, που απάντησε στο μικρό ερωτηματολόγιό μου πριν από μερικές εβδομάδες. Σύντομα θα το ανεβάσω στην Κοσμοσύρια ώστε να το συμπληρώσετε όσοι θέλετε.
Η 'Αεμτιννέμτια' βρίσκεται χρονολογικά πολλά εκατομμύρια χρόνια πριν από τη Σάρωση.)


Αεμτιννέμτια

«Κανένας δε γνωρίζει πια τι είναι αυτό που χάθηκε όταν η Σάμνα έσπασε. Οι παλιοί θρύλοι μιλάνε για τον ύπνο, ότι οι σάμνιοι κοιμούνται διαφορετικά από τότε. Μια άλλη θεωρία λέει πως άλλαξε ολόκληρη η νοητική δραστηριότητά μας και πως το μυαλό μας λειτουργεί διαφορετικά. Πώς ήταν παλιά; Τι λείπει σήμερα που υπήρχε σε εκείνα τα χρόνια;»
Ακόμα κι όταν η ίδια δε το καταλάβαινε, η σκέψη αυτή υπήρχε στο μυαλό της Έμτι κάθε μέρα.
Ως προστάτιδα του ναού, χτισμένου στην αποξηραμένη πλαγιά του υπερκάριου όρους, ζούσε ουσιαστικά μέσα σε αυτόν από τότε που ανέλαβε τη δουλειά. Ο θάλαμός της ήταν ένα μικρό, ξύλινο, κυβικό δωμάτιο στηριγμένο επάνω σε χοντρές, κιτρινωπές κοφτερές πέτρες, βγαλμένες από τα σπλάχνα του βουνού. Δεν υπήρχε τίποτα το αξιοσημείωτο στην κατασκευή του θαλάμου της. Όχι όπως με το ναό.
Ο ναός ήταν μοναδικός στο είδος του, σε ολόκληρη τη Σάμνα. Στον πλανήτη δεν υπήρχε άλλος αφιερωμένος στη Μαρμαρωμένη Βασίλισσα. Το όνομά της είχε ξεχαστεί για πάρα πολλές γενιές. Μόνο το άγαλμά της, επενδυμένο με αληθινό, ραμμένο στο χέρι, μεταξένιο χιτώνα είχε απομείνει από την κληρονομιά της Βασίλισσας.
Στο κεφάλι της μαρμάρινης Βασίλισσας δέσποζε ένα ασημένιο στέμμα που όμοιό του δε βρισκόταν αλλού στον κόσμο. Διακριτικά λεπτό στο μπροστινό μέρος, πάνω από τα μάτια της, με ψηλές αψίδες στα πλαϊνά οι οποίες κατέληγαν σε ένα στριφογυριστό δεσμό μεταξύ τους στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Χωρίς να καλύπτει την ακτινοβολία του προσώπου της, το ασημένιο στέμμα τόνιζε τη λεπτεπίλεπτη προσωπικότητα της Βασίλισσας, έτσι έγραφαν τουλάχιστον τα ελάχιστα αρχεία που σώζονταν στο ναό και αφορούσαν την ιστορία της κατασκευής του.
Το σκήπτρο στο χέρι της ήταν σφυρηλατημένο από συμπαγές ασήμι. Το λεπτοκαμωμένο κάτω άκρο του σχεδόν άγγιζε το μαρμάρινο πάτωμα του ναού. Το άλλο άκρο του ήταν διακοσμημένο περιμετρικά με μικρές γαλάζιες και πράσινες διαμαντένιες σφαίρες, όπως ακριβώς και στα αληθινά βασιλικά σκήπτρα.
Ο θρόνος στον οποίο καθόταν η Βασίλισσα είχε σκαλιστεί μονοκόμματος από ένα μεγάλο τεμάχιο αλγήνιου ασημιού. Αυτό τον έκανε να λάμπει σα λευκή φλόγα όταν τον χτυπούσε το φως της ημέρας. Απλός και διακριτικά κομψός, δεν επισκίαζε τα στοιχεία που προσέδιδαν προσωπικότητα στη Βασίλισσα.
Οι τρεις πέτρινοι τοίχοι του ναού είχαν χτιστεί γύρω από τα δύο πράγματα που από πριν υπήρχαν σε εκείνο το μέρος: το άγαλμα της Βασίλισσας και τη μαρμάρινη όρβια επάνω σε μια ψηλή, λεπτή, ασημένια βάση ακριβώς δίπλα στην είσοδο, στο εσωτερικό του ναού.
Έξω από τα τείχη, καθισμένη κάτω από μια κατακόκκινη πυκνόφυλλη θερσιά, η Έμτι περιεργαζόταν ένα μικρό ξύλινο κύλινδρο στα χέρια της. Δε θυμόταν αν τον είχε φτιάξει η ίδια ή αν της το είχαν δώσει παλιότερα. Θυμόταν όμως τη βροχή. Την πρώτη φορά που πήρε στα χέρια της τον ξύλινο κύλινδρο, γκρίζα σύννεφα είχαν γεμίσει τον ουρανό και δυνατές σταγόνες βροχής τη χτυπούσαν στο πρόσωπο. Δε μπορούσε να θυμηθεί περισσότερα.
Έστρεψε το βλέμμα προς τον ουρανό. Τα σύννεφα εκείνη την ημέρα ήταν κάτασπρα και ισχνά, έτοιμα να διαλυθούν κάτω από τον αδιάφορο, γαλάζιο ουρανό της Σάμνας. Η ησυχία δε την έκανε να βαριέται. Πάντα υπήρχε ησυχία σε εκείνο το μέρος. Της άρεσε αυτό. Έκλεισε τα μάτια της.
Κάθε πρωί ξυπνούσε και περιπολούσε, πρώτα έξω και μετά μέσα στο ναό. Έπειτα καθόταν κάτω από την ίδια θερσιά, έπαιζε για λίγο με τον ξύλινο κύλινδρο και περίμενε τη νύχτα. Όταν το φως χαμήλωνε πολύ και τα φύλλα των δέντρων σκοτείνιαζαν κι έχαναν τα ξεχωριστά τους χρώματα, σηκωνόταν και πήγαινε στο θάλαμό της για να κοιμηθεί. Πάντα η ίδια διαδικασία.
Ελάχιστα πράγματα είχαν αλλάξει από την ημέρα που ανέλαβε τη δουλειά. Μερικοί κάρυοι θάμνοι είχαν ξεπεταχτεί στα βόρεια του ναού και είχαν αρχίσει να σκαρφαλώνουν στα τείχη. Σε λίγα χρόνια θα περνούσαν στη μέσα πλευρά. Παρόλο που η περιοχή ήταν ουσιαστικά αποξηραμένη για πολύ, πολύ καιρό, στους τελευταίους μήνες είχε αρχίσει να εμφανίζεται βλάστηση ξανά. Οι βροχές της Σάμνας σπάνια αφήνανε κάποια περιοχή γυμνή.
Το χρώμα του ναού είχε αλλάξει ελαφρώς μέσα στον τελευταίο χρόνο. Φαινόταν πιο άσπρος, πιο λαμπερός. Ίσως, βέβαια, να έμοιαζε έτσι χάρη στο φως της ημέρας, που έδινε την αίσθηση ότι γινόταν όλο και πιο έντονο και καθαρό όσο περνούσαν οι εβδομάδες.
Άνοιξε τα μάτια της. Την είχε πάρει ο ύπνος και το σκοτάδι είχε πέσει εδώ και ώρα. Σηκώθηκε, άναψε τη μικρή δάδα που κουβαλούσε στο σακίδιό της κι έκανε μια τελευταία περιπολία μέσα στο ναό πριν επιστρέψει στο θάλαμο. Στάθηκε για λίγο μπροστά στο άγαλμα της Μαρμαρωμένης Βασίλισσας, όπως έκανε κάθε βράδυ πριν πάει για ύπνο.
«Πόσο τελειοποιημένη μπορεί να είναι μια μαρμάρινη γυναίκα» είπε μέσα της, όπως κάθε φορά, παρατηρώντας την υψηλή, λεπτεπίλεπτη τέχνη με την οποία είχε σκαλιστεί η Βασίλισσα.
Υπό το χαμηλό, γαλάζιο φως της δάδας, το κρύο, μαρμάρινο πρόσωπο του αγάλματος έδινε την ψευδαίσθηση της ζωντάνιας. Δεν έβρισκε λόγο να μείνει εκεί περισσότερο. Πριν φύγει, έριξε μια τελευταία ματιά στο σκήπτρο και στο στέμμα, όπως έκανε κάθε φορά. Η ασημένια τους λάμψη δε πτοούνταν από το σκοτάδι. Παρατήρησε πως το σκήπτρο είχε χαμηλώσει κι άλλο. Δεν ήταν εντελώς σίγουρη, αλλά για κάποιο λόγο το σκήπτρο έμοιαζε με το πέρασμα των χρόνων να γλιστράει από το χέρι του αγάλματος και να κατεβαίνει πολύ αργά προς το πάτωμα. Από στιγμή σε στιγμή θα ακουμπούσε στο μάρμαρο.
«Ελπίζω να μη πέσει κάτω και σπάσει. Καλύτερα να πάω αύριο κάτω στην πόλη και να ειδοποιήσω τους τεχνίτες να έρθουν και να το φτιάξουν» μουρμούρισε κι έφυγε από το ναό.
Γυρίζοντας στο θάλαμο, ακούμπησε τον ξύλινο κύλινδρο στο έπιπλο δίπλα στο κρεβάτι της, όπως έκανε κάθε βράδυ. Έβγαλε τα ρούχα της και ξάπλωσε, με το βλέμμα καρφωμένο στο ξύλινο στολίδι. Είχε κάτι αυτό το κατασκεύασμα, κάτι που τη βοηθούσε να κοιμηθεί γρήγορα και ανάλαφρα.
Με το ξημέρωμα, ήρθε -όπως πάντα- ο ίδιος ρότδορας στο παράθυρό της και κελαηδούσε μέχρι να την ξυπνήσει. Δεν ήταν η μελωδία του, αλλά η έντασή της που την έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι κάθε φορά. Ντύνονταν, έπαιρνε το σακίδιό της στην πλάτη και τον ξύλινο κύλινδρο στην εσωτερική θήκη της στολής της και ξεκινούσε για άλλη μια μέρα, ίδια με την προηγούμενη.
Πρώτα τελείωσε με τον έλεγχο της εξωτερικής περιμέτρου του ναού, όπως συνήθως. Οι σκαρφαλωμένοι στον τοίχο θάμνοι ήταν την ημέρα εκείνη στολισμένοι με μικρές, μαλακές άκρες από νεαρά ασημόχρωμα άνθη. Ήταν πολύ μικρά ακόμα, αλλά δε θα μπορούσαν να είχαν εμφανιστεί τόσο γρήγορα. Η Έμτι θυμόταν καθαρά ότι την προηγούμενη ημέρα οι θάμνοι δεν είχαν τίποτα επάνω τους. Η περιπολία της, όμως, δεν είχε ολοκληρωθεί. Κατευθύνθηκε προς στο ναό. Η συνηθισμένη της πορεία ήταν πάντα από την είσοδο στη βάση με τη μαρμάρινη όρβια κι από την όρβια στο άγαλμα. Μετά θα ήλεγχε τον υπόλοιπο ναό. Κρατούσε τα μάτια της ορθάνοιχτα για να εντοπίσει κι άλλα πιθανά παράξενα συμβάντα.
Λίγα βήματα πριν περάσει την είσοδο, παρατήρησε πως το εξωτερικό του ναού ήταν ακόμα πιο λαμπερό από όσο συνήθως. Κοίταξε προς τον ουρανό και, πράγματι, το φως ήταν πιο δυνατό και πιο λευκό από κάθε άλλη φορά. Μόλις μπήκε στο εσωτερικό του κτίσματος, αμέσως πήγε στην όρβια. Δε βρήκε τίποτα το ασυνήθιστο. Την ακούμπησε, ψηλάφησε ολόκληρη την επιφάνειά της. Έπιασε το ίδιο σκληρό, κρύο σφαιρικό μάρμαρο που έπιανε πάντα. Ανακουφίστηκε αρκετά. Η όρβια θεωρούνταν ιερό κειμήλιο. Όλοι οι προηγούμενοι προστάτες έδιναν μεγάλη προσοχή σε αυτά που υπήρχαν από παλιά ακόμη, πριν χτιστούν οι τοίχοι του ναού.
Μόλις βεβαιώθηκε για την ασφάλεια της όρβιας, η Έμτι έτρεξε και στάθηκε μπροστά στο άγαλμα. Παρατήρησε με προσοχή όλες του τις μεριές. Τα πάντα φαινόταν να βρίσκονται στη συνηθισμένη τους κατάσταση. Ακόμα και το ασημένιο σκήπτρο στο χέρι της Βασίλισσας συνέχιζε ακάθεκτο την καθοδική του πορεία. Τώρα πια απείχε λιγότερο από μισό χιλιοστό για να ακουμπήσει το πάτωμα.
Ανακουφισμένη, αλλά όχι καθησυχασμένη, η Έμτι έκανε το γύρο στο υπόλοιπο εσωτερικό του ναού μέχρι να βεβαιωθεί πως τίποτα δεν είχε αλλάξει. Λίγα λεπτά μετά, στεκόταν στο κατώφλι της εισόδου, ατενίζοντας τον ορίζοντα πέρα από το βουνό. Το χρώμα του ουρανού ήταν περισσότερο άσπρο από ποτέ. Μετά βίας μπορούσε το μάτι να διακρίνει μερικά γαλάζια τμήματα, διασκορπισμένα, χαμένα μέσα στη λευκή λάμψη ολόγυρα. Έκανε ένα βήμα μπροστά και βρέθηκε έξω από το ναό. Τώρα μπορούσε να παρατηρεί μεγαλύτερο μέρος του ουρανού. Κι εκεί, όμως, ολόλευκη λάμψη κάλυπτε το αέρινο σκέπασμα της Σάμνας. Όσο κοίταζε τον άσπρο ουρανό, τόσο είχε την αίσθηση ότι τα αυτιά της είχαν συλλάβει κάποιον ασυναίσθητα χαμηλό ήχο. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να επικεντρώσει όλη της την προσοχή στον ήχο που νόμιζε ότι ακουγόταν.
Για μια στιγμή αισθάνθηκε το σώμα της να χάνει το βάρος του. Έχοντας τα μάτια κλειστά δε μπορούσε να γνωρίζει αν όντως αιωρούνταν ή αν ήταν απλά ένα παράξενο παιχνίδι του μυαλού της. Ο αέρας γύρω της ήταν γεμάτος ένταση. Μπορούσε να μυρίσει την απαλή φρέσκια αύρα από τα άνθη των θάμνων. Αν και κανονικά θα χρειαζόταν μήνες, τα κάρυα άνθη είχαν μόλις ανοίξει και το περιεχόμενό τους πλημύριζε το ναό, μέσα κι έξω. Ένας σύντομος, διακριτικός, σκληρός μαρμάρινος ήχος ακούστηκε από κάποιο σημείο γύρω της. Ένιωθε κάποιου είδους πρώιμη έκσταση να πλησιάζει.
«Επιτέλους!» αναφώνησε ανακουφισμένη και χαρούμενη η γυναίκα.
Η Έμτι άνοιξε ξαφνιασμένη τα μάτια της. Το βάρος του σώματός της είχε επανέλθει και τα πόδια της πατούσαν σταθερά στο έδαφος. Η μυρωδιά των ανθών ήταν ακόμη εκεί. Με το βλέμμα στραμμένο πάνω από τον ώμο της, κοίταξε άναυδη προς τα πίσω.
Το άγαλμα είχε στρίψει το κεφάλι του και την κοίταζε μέσα στα μάτια. Χαμογελούσε. Το μαρμάρινο πρόσωπό του έμοιαζε τώρα ζωντανό και ζεστό. Το χρώμα του δέρματος είχε αρχίσει να αναδύεται στο μαρμάρινο κορμί του, κάτω από το μεταξένιο χιτώνα του. Κάθε στιγμή που περνούσε, η όψη του αγάλματος αποχωρούσε και μια πραγματική, ζωντανή γυναίκα σχηματιζόταν μπροστά στα μάτια της Έμτι.
Αποσβολωμένη η κοπέλα πλησίασε με δειλά βήματα το μαρμάρινο θρόνο. Άνοιξε το στόμα της, αλλά της ήταν αδύνατο να μιλήσει. Ήταν πολύ ξαφνιασμένη, αλλά καθόλου φοβισμένη. Παρατήρησε πως το κάτω μέρος του σκήπτρου ακουμπούσε πια στο πάτωμα του ναού. Η αλλόκοτη γυναίκα δεν είχε πάρει τα μάτια της από επάνω της καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταμόρφωσης.
Ζωντανή, ορθωμένη και ολοκληρωμένη, πλέον, έστεκε μπροστά στην Έμτι η Μαρμαρωμένη Βασίλισσα. Λίγα εκατοστά χωρίζανε τα βλέμματα των δύο γυναικών. Και η μορφή της Αεμτιννέμτιας έλαμψε με δύναμη μπροστά από το μαρμάρινο θρόνο.
Καστανά, σκούρα μαλλιά, λεία και μακριά, ίσια ως κάτω στο στήθος, ελαφρώς σπαστά στην κορυφή. Ίδιο χρώμα είχαν και τα λεπτεπίλεπτα απαλά φρύδια που αγκάλιαζαν, σα τρυφερά ελλειπτικά φωτοστέφανα, τα μάτια της. Τα χείλη της, ούτε ροζ ούτε κόκκινα. Μοιάζανε να είχαν κλείσει μέσα τους το φως που έχει η αυγή λίγο πριν αναπνεύσει για πρώτη φορά, στο ξεκίνημα της ημέρας. Και, την ίδια στιγμή, υπήρχε μέσα τους λίγο από το λυκόφως που υποδέχεται τη νύχτα των χιονισμένων ψηλών βουνών.
Και, τέλος, τα μάτια της. Δύο καφετιές λάμψεις, διακριτικά κρυμμένες κάτω από τα φωτοστέφανα των φρυδιών της. Κι όταν τα σήκωνε, το φως τους εκτοξευόταν απευθείας στην καρδιά, προερχόμενο από μια αρχαία, ξεχασμένη πλέον, εποχή.
Η μορφή της Αεμτιννέμτιας είχε σταματήσει το μυαλό της Έμτι. Σκλαβωμένη από την παρουσία της, η κοπέλα την κοίταζε σαν υπνωτισμένη.
Η Βασίλισσα χαμογέλασε. Άφησε το σκήπτρο από τα χέρια της, στηρίζοντάς το πλαγίως στο μπράτσο του θρόνου. Ύστερα, με ένα ακόμα πιο πλατύ χαμόγελο, άνοιξε τα χέρια της και έκλεισε στην αγκαλιά της την κοπέλα.
«Επιτέλους, επέστρεψα!» είπε με γαλήνη.
Η Έμτι όλη αυτή την ώρα δεν είχε καταφέρει να βγάλει ούτε λέξη. Η Αεμτιννέμτια ήξερε πως η γυναίκα ήταν μπερδεμένη, αλλά δεν ήταν ώρα για αναλυτικές εξηγήσεις.
Ξαφνικά, φάνηκε να ταράζεται κι έβαλε τις παλάμες της στα μάγουλα της Έμτι.
«Η Ονειροπαγίδα! Βρίσκεται ακόμη εκεί; Την κρατήσατε ασφαλή;» ρώτησε με αγωνία.
Η Έμτι δεν είχε ιδέα τι ήταν η Ονειροπαγίδα. Δε πρόλαβε, όμως, να απαντήσει και η Αεμτιννέμτια ήδη κατευθυνόταν προς την έξοδο του ναού. Λίγα βήματα πριν από την πύλη, έστριψε αριστερά και στάθηκε μπροστά στη μαρμάρινη όρβια. Την ψηλάφισε και αμέσως φάνηκε πολύ ικανοποιημένη.
«Όλα είναι εντάξει. Η δουλειά μου πρόκειται, επιτέλους, να ολοκληρωθεί.»
Προσπαθώντας να παραμείνει παρούσα στην παράξενη τροπή που είχε πάρει η μέρα της, η Έμτι αποφάσισε να συμβαδίσει με το αλλόκοτο συμβάν.
«Συγγνώμη-» είπε και η Βασίλισσα γύρισε και την κοίταξε με κατανόηση.
«Ξέρω ότι έχεις ερωτήσεις. Αλλά, πίστεψέ με, περίμενα πολύ καιρό για να φτάσω σε αυτή τη στιγμή. Τα χειρότερα περάσανε, αλλά ακόμα κι έτσι, η τελευταία απλή πράξη της πορείας μου είναι η πιο σημαντική από όλες.»
«Τα χειρότερα; Τι εννοείτε; Συνέβη κάτι κακό;» απόρησε η Έμτι. Αν μη τι άλλο, από όλα όσα θυμόταν στη ζωή της, ο κόσμος γύρω της ήταν ήσυχος, απλός, μονότονος.
Η Αεμτιννέμτια αποφάσισε πως μπορούσε να πάρει λίγες στιγμές παραπάνω για να βγάλει από το σκοτάδι την απορημένη κοπέλα.
«Πριν από πολύ καιρό χρειάστηκε να θυσιάσω κάτι πάρα πολύ σημαντικό για να σώσω κάτι πολύ βασικό. Η πορεία της Σάμνας χάλασε εξαιτίας μου, αλλά αν δεν έκανα όσα έκανα, ο πλανήτης δε θα υπήρχε καθόλου!» εξήγησε.
Η Έμτι έφερε στο μυαλό της την αρχαία ιστορία της Σάμνας. Μήπως η Βασίλισσα αναφερόταν στην ημέρα που η Σάμνα έσπασε; Είχαν συμβεί διάφορα μετά από το σπάσιμο. Η Μετανάστευση, η αλλαγή στο κλίμα, ο πολλαπλασιασμός των ασθενειών. Αλλά όλα αυτά γίνανε πριν από πολύ καιρό. Από τότε, τα πράγματα έγιναν ήσυχα, ήπια. Οι ζωές τους περνούσαν ακουμπισμένες στη ροή του χρόνου με τον τρόπο που τα φύλλα των δέντρων παρασύρονται από τα ήρεμα, σταθερά νερά σε ένα ρυάκι. Από το ένα σημείο στο άλλο, επαναλαμβανόμενα και προβλέψιμα.
Η Αεμτιννέμτια ήξερε πως η Έμτι δε γνώριζε τι είχε συμβεί την ημέρα που η Σάμνα έσπασε, όπως δε γνώριζε και κανείς άλλος. Η θυσία της δεν αναφερόταν πουθενά επάνω στον πλανήτη.
Ο μορφασμός στο πρόσωπο της Έμτι, καθώς προσπαθούσε να καταλάβει, σε συνδυασμό με την έκπληξή της για όσα είχαν γίνει στα τελευταία λεπτά, πρόδιδε το πόσο αδύναμη και ανυπεράσπιστη ήταν η προστάτιδα του ναού απέναντι στο μονοπάτι που συνέδεε το παρελθόν με το παρόν. Η Βασίλισσα τη λυπήθηκε. Την πήρε από το χέρι, πήρε την όρβια στο άλλο χέρι και βγήκανε από το ναό. Καθίσανε κάτω από την κόκκινη θερσιά, όπου η κοπέλα ξεκουραζόταν κάθε μέρα. Την κοίταξε στα μάτια κι αποφάσισε πως θα τα έλεγε γρήγορα και περιεκτικά.
«Πριν από πολλά χρόνια, η Σάμνα έσπασε. ‘Το Κράγμα’, έτσι ονομάσαμε το γεγονός. Ήταν η εποχή των μαγισσών. Σκοτεινά χρόνια.»
Σταμάτησε για λίγο κι έμεινε σκεπτική. Συνέχισε.
«Τα κομμάτια του κόσμου μας αποχωρίζονταν μεταξύ τους, ο πλανήτης ετοιμαζόταν για ολοκληρωτική διάλυση. Τότε ήμουν ακόμη Βασίλισσα και γνώριζα καλά τη διδασκαλία της εμφύσσισης. Αποφάσισα, λοιπόν, να συγκρατήσω τη Σάμνα στη θέση της, γύρω από τον πυρήνα της. Γνώριζα ποιες θα ήταν οι συνέπειες για τη Σάμνα και ήταν προτιμότερες από την ολική καταστροφή. Υπήρξε όμως και μια ακόμη συνέπεια που δεν είχα υπολογίσει και την αντιλήφθηκα όταν ήταν πια αργά.»
Η Έμτι κοίταζε και άκουγε με αγωνία και προσοχή. Ξαφνικά ερχόταν κατά πάνω της τόσες πληροφορίες για το αρχαίο εκείνος γεγονός. Ήθελε να τις συγκρατήσει όλες.
«Ποια ήταν αυτή η συνέπεια;» ρώτησε με βιασύνη, βλέποντας πως η Βασίλισσα ήταν διστακτική στο να συνεχίσει.
«Για να φτιάξω το μεγάλο Ονείρεμα και να περάσω στο στάδιο της εμφύσσισης, χρειάστηκε να πάρω κάτι από όλους σας» είπε και κοίταξε με απολογητικό ύφος την Έμτι.
«Η πράξη μου έβαλε μια σκιά μέσα σε κάθε έναν από εσάς. Μια σκιά που κάλυψε την καρδιά και το πνεύμα σας. Τι νόημα έχει να σώσεις έναν ολόκληρο κόσμο, αν τα πλάσματα μέσα του χάσουν τα όνειρά τους;» καθώς έλεγε αυτά η Αεμτιννέμτια, η θλίψη του παρελθόντος επέστρεψε στιγμιαία στα μάτια της.
Σηκώθηκε όρθια. Προχώρησε λίγα βήματα και ακούμπησε την όρβια επάνω σε ένα κάτασπρο κομμάτι βράχου. Από εκεί μπορούσανε να παρατηρήσουν το δυτικό τμήμα της πόλης που βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού. Ο ουρανός παρέμενε κάτασπρος, λαμπερός και τα σύννεφα, ακόμη άφαντα. Το άρωμα των κάρυων ανθών ήταν τώρα δυνατότερο από πριν. Τα μάτια της Αεμτιννέμτιας φαινόταν υγρά, καθώς έριχνε το βλέμμα της επάνω στην όρβια.
«Εξαιτίας μου χάσατε τα όνειρά σας, στον ύπνο και στον ξύπνιο σας. Η φαντασία σας έγινε αιχμάλωτη της λογικής και υπεύθυνη γι’ αυτό είμαι εγώ. Έπρεπε όμως να σώσω τη Σάμνα. Τώρα, το Ονείρεμά μου τελείωσε. Κάποιος άλλος ανέλαβε να συνεχίσει το έργο μου κι εγώ επέστρεψα για να σας βοηθήσω να ολοκληρωθείτε.»
Άπλωσε τα χέρια της και πίεσε το βόρειο ημισφαίριο της όρβιας. Εκείνο άνοιξε προς τα έξω, αποκαλύπτοντας ένα παλιό, ασημένιο κουτί μέσα του. Ταλαιπωρημένο από το χρόνο, το ασημένιο κουτί έφερνε μαζί του τη ζεστασιά μιας περασμένης εποχής. 
Η Αεμτιννέμτια έπιασε το επάνω μέρος του κουτιού και το σήκωσε. Ένας μικρός ασημένιος δίσκος με εγκοπές, συνδεδεμένος σε ένα σύστημα γραναζιών πρόβαλλε. Η Έμτι είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ήταν ένα μουσικό κουτί. Καθώς η Αεμτιννέμτια ακουμπούσε τα δάχτυλά της επάνω στον ασημένιο δίσκο, τα μάτια της έλαμψαν από συγκίνηση.
«Από αυτή τη στιγμή, δίνω πίσω στον κόσμο τα όνειρα που του στέρησα» είπε και πίεσε το δίσκο προς τα κάτω.
Μια μελαγχολική, παλιά μελωδία δραπέτευσε από το εσωτερικό του κουτιού. Η Έμτι σάστισε. Ποτέ της δεν είχε νιώσει έτσι.
Της φάνηκε ότι είδε έναν άντρα για μια στιγμή μπροστά της, αν και πουθενά στο πεδίο όρασής της δεν είχε εμφανιστεί κάτι. Δεν ήταν σίγουρη για το αν άκουσε και τη φωνή του ακόμη. Ένιωσε υγρό το δέρμα της, τα ρούχα της και το πρόσωπό της. Σταγόνες βροχής ακουγόταν γύρω της, αναμειγνυόμενες με τη μελωδία του μουσικού κουτιού. Άκουσε τη φωνή του άντρα μέσα στις αναμνήσεις της. Θυμήθηκε την καταιγίδα, τις αστραπές και τη βροχή. Ήταν η τελευταία φορά που αντίκρισε τον άντρα τον οποίο θα ερωτευόταν αν υπήρχαν όνειρα στον κόσμο εκείνη την ημέρα. Θυμήθηκε το απλωμένο χέρι του να της προσφέρει το μικρό ξύλινο γλυπτό ως δώρο και τα χείλη του να της χαμογελούν, χωρίς να γνωρίζουν ότι το έκαναν από αγάπη.
Η Αεμτιννέμτια είχε αρχίσει τώρα να απομακρύνεται από το μουσικό κουτί, που ακόμη έπαιζε, και άρχισε να κατεβαίνει το βουνό. Έστρεψε το βλέμμα της χαμηλά προς την πόλη και χαμογέλασε.
«Τα όνειρα επέστρεψαν» είπε μέσα από το πλατύ χαμόγελό της ικανοποίησής της.
Η Έμτι δεν την άκουσε. Ζούσε μέσα στην ανάμνηση του άντρα που δε πρόλαβε να αγαπήσει. Έμεινε μπροστά στο μουσικό κουτί για πολλές μέρες. Η καρδιά της δεν άντεχε να απομακρυνθεί από την ατέλειωτη μελωδία του, η οποία ποτέ δεν επαναλαμβανόταν με τις ίδιες ακριβώς νότες.
Το μουσικό κουτί της Αεμτιννέμτιας δε σταμάτησε να παίζει ποτέ ξανά. Ακόμα και μετά από το Τέλος Του Κόσμου η μελωδία του διατηρήθηκε ανέπαφη στις αναμνήσεις του σύμπαντος, μέσα στην κρυστάλλινη σύνθεση των άστρων του ουρανού, περιπλανώμενη εις αεί ανάμεσα στα απομεινάρια των νεκρών γαλαξιών.
Ο χορός των χαμένων ονείρων, που τόσο απότομα είχε διακοπεί πριν από χιλιάδες χρόνια, ξανάρχισε. Η μουσική που τον συνόδευε, απαλή και μελαγχολική, ήταν βγαλμένη από τα πιο γυαλιστερά δάκρια που ρέουν γλυκά επάνω στο δρόμο της νοσταλγίας για το ανεκπλήρωτο παρελθόν.

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

Ρτόφθερνο

(Η ιστορία 'Ρτόφθερνο' αφηγείται μία πολύ σημαντική στιγμή για την πορεία του σάριου σύμπαντος στον κόσμο της Πανείας.
Τα σύμπαντα της Πανείας είναι πολλά. Τα σημαντικότερα είναι πέντε. Σε αυτή την ιστορία αναφέρονται στοιχεία από το σάριο και το πέριο σύμπαν.)



Ρτόφθερνο

«Το μέλλον ανήκει σε όσους πιστεύουν στην ομορφιά των ονείρων τους.»
Έτσι είχε μάθει να πιστεύει ο Κάσσιος Έλαρχος. Κι έτσι προχώρησε στη ζωή του. Με τα όνειρά του χαραγμένα στην καρδιά.
Ξεκίνησε αποκεφαλίζοντας άντρες. Δέκα ήταν αρκετοί για αρχή. Μετέφερε τα κεφάλια στο ανοιχτό εργαστήριό του, στην πλατιά, επίπεδη κορυφή του ρίθιου όρους. Τα καθάρισε καλά από μέσα, αφήνοντας ανέπαφο μόνο τον εγκέφαλο. Επάνω σε κάθε έναν εμπρόσθιο λοβό κόλλησε από μία άκρη ρυφονικού αγωγού –καθώς τα ρυφόνια ήταν οι καταλληλότεροι μεταφορείς βιοφασματικών ποσοτήτων. Η άλλη άκρη από κάθε αγωγό έβγαινε από τις τρύπες των ματιών και του στόματος και κατέληγε σε μια ψηλή, γυάλινη κυλινδρική συσκευή.
Η ‘Μνήμη’. Ένα όνομα που πολύ βιαστικά είχε αποφασίσει ο Έλαρχος. Με ύψος δύο μέτρα και δεκατρία εκατοστά, η συσκευή διέθετε πολύ λίγα πλήκτρα και καλώδια για να χαρακτηριστεί ως προχωρημένη ηλεκτρονική συσκευή. Τοποθετημένη στο θεωρητικό γεωμετρικό κέντρο ενός ημικυκλίου, σχηματισμένου από τα δέκα αντρικά κεφάλια, παραγεμισμένη από μια κιτρινωπή ουσία, η Μνήμη έστεκε ως αχρείαστο μυστήριο στην ασυνήθιστη κορυφή του ρίθιου όρους.
Μέσα στο παχύρευστο μείγμα της γυάλινης συσκευής περιπλανιόταν δύο μικρές, σφαιρικές συσκευές. Τα μάτια της Ραδαμάνθιας. Οι κρυστάλλινες μεταλλικές όρβιες της γυναίκας που θεώρησε, μελέτησε, απέδειξε τα ταχυόνια και επιβεβαίωσε την ταχυονιακή μοναδικότητα. Αμφότερες οι όρβιες μπορούσαν να παρατηρηθούν μέχρι και από έξι διαστάσεις. Έτσι είχε αποφασίσει να τις κατασκευάσει η Ραδαμάνθια, καθώς πίστευε ότι αν οι όρβιες καθίσταντο παρατηρούμενες από υψηλότερες διαστάσεις θα εμφανιζόταν κίνδυνος στους εσωτερικούς κοσμικούς δεσμούς της Πανείας.
Οι όρβιες δεν ανήκαν στο σάριο σύμπαν. Ο Έλαρχος τις είχε φέρει από το πέριο σύμπαν, περνώντας την κοσμοπύλη που άνοιξε ο Αέποιος Πάνκοσμος, ο μέγιστος των επιστημόνων, πριν από έντεκα χρόνια.
Εκτός από τα ‘μάτια’, ο Έλαρχος είχε πάρει μαζί του από το άλλο σύμπαν και τις μαύρες σημειώσεις της Ραδαμάνθιας. Αυτό το όνομα το είχε δώσει η ίδια, καθώς επρόκειτο για υπολογισμούς και εξισώσεις από τη σκοτεινή περίοδο της καθηγήτριας, γραμμένες στην αρχή της επιστημονικής της πορείας.
Πριν από τη θεωρία των ταχυονίων η Ραδαμάνθια ασχολούνταν με πειράματα και πρακτικές καταστροφής. Οι πρώτες δοκιμές της ήταν σχετικές με τον αυτοθάνατο: τη δυνατότητα ενός οργανισμού να πεθαίνει ακαριαία και στιγμιαία με δική του πρωτοβουλία και χωρίς τη χρήση εξωτερικών βοηθημάτων. Όταν απέτυχε σε όλες της τις προσπάθειες να αποδείξει τον αυτοθάνατο, η καθηγήτρια προχώρησε στο επόμενο στάδιο. Αποπειράθηκε να προσεγγίσει τη θεωρία της αυτογενούς ανάφλεξης. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, η σκέψη έχει -υπό συνθήκες- τη δυνατότητα να βάλει φωτιά στο σώμα και να το κάψει. Η αποτυχία της καθηγήτριας και σε αυτό τον τομέα την ώθησε να αλλάξει τελείως μελετητικό πεδίο και στράφηκε στη σωματιδιακή φυσική καταλήγοντας μετά από τρία χρόνια στο θρίαμβο της ταχυονιακής της θεωρίας. Και, στο τέλος της ζωής της, δικαιώθηκε και για τις πρώτες της θεωρίες. Σε μία καταπληκτική, τραγική ειρωνεία της τύχης ο αυτοθάνατος και η αυτογενής ανάφλεξη μαζί, τής πήραν την πνοή κατά τη διάρκεια μιας οργισμένης ανεξέλεγκτης συναισθηματικής έκρηξης.
Το επόμενο βήμα για τον Κάσσιο ήταν δέκα κεφάλια γυναικών. Διαμορφωμένα και συνδεδεμένα κατά τον ίδιο τρόπο με τα αντρικά, συμπληρώνοντας τον κύκλο σήψης και θανάτου γύρω από τη Μνήμη, αφήνανε τις δικές τους αναμνήσεις να δραπετεύσουν και να συγχωνευτούν μέσα της.
Καθώς η συσκευή οργάνωνε τις μνήμες με τη μορφή δεδομένων, ήταν ώρα για τη διερεύνηση των πιθανοτήτων. Χάρη στα μάτια της Ραδαμάνθιας η Μνήμη μπορούσε εξ’ αρχής να επεξεργαστεί τα δεδομένα της μέχρι και το επίπεδο της τέταρτης διάστασης. Αλλά, για την πέμπτη διάσταση και το πεδίο τιμών της, δηλαδή την έκτη, χρειαζόταν περισσότερο υλικό στη συσκευή. Και ήταν πολύ συγκεκριμένο αυτό που χρειαζόταν.
Ο Αριθμός Της Δημιουργίας. Ένα στοιχείο τόσο μυστήριας φύσης και περίπλοκης δομής, το οποίο μονάχα ο Αέποιος Πάνκοσμος ο Μέγας ήταν ικανός να αναλύσει και να κατανοήσει. Και, σύμφωνα με το θρύλο, αυτός ο αριθμός ήταν και ο λόγος της εξαφάνισής του. Στις πρώτες πρόχειρες σημειώσεις που κρατούσε ο Πάνκοσμος (καθώς, για άγνωστο λόγο, αργότερα αποφάσισε να μη κρατάει καθόλου σημειώσεις σχετικές με τον Αριθμό) είχε περιγράψει τον Αριθμό ως άρρηκτα συνδεδεμένο με το χωροχρονικό ιδεώδες. Κάποιες από τις ιδιότητες του Αριθμού ήταν αναμφίβολα κοινές με αυτές της ύλης του χρόνου.
Ο Πάνκοσμος φαινόταν σίγουρος ότι είχε ανακαλύψει κάποια από τα ψηφία του Αριθμού: 0, 12, 72, 18
Δεν ήταν βέβαιος για τη σωστή σειρά αλλά δεν είχε αμφιβολίες για την ύπαρξή τους στο σύστημα του Αριθμού. Είχε, επίσης, καταλήξει σε τρεις απόλυτους συντελεστές.
Ο πρώτος ήταν τα βιονήματα.
Ο δεύτερος, τα αρχέγονα σωματίδια.
Ο τρίτος δε μαθεύτηκε ποτέ.
Λένε πως όταν ο Αέποιος ανακάλυψε τον τελευταίο συντελεστή και τη σχέση του με τον Αριθμό, τα μάτια του δάκρυσαν και απελπισία κυρίευσε την καρδιά του. Ο εγκέφαλός του δεν άντεξε την αποκάλυψη και ράγισε κάτω από το ίδιο του το κρανίο. Φυσικά, όλα αυτά είναι πιθανότατα ψέματα διότι ο επιστήμονας δε βρέθηκε ποτέ είτε πεθαμένος, είτε ζωντανός.
Πώς θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον Αριθμό ο Κάσσιος, βασισμένος σε λίγες πρόχειρες και ελλειπείς σημειώσεις;
Αποφάσισε πως ο καλύτερος τρόπος ήταν να στηριχτεί στην πιο συνηθισμένη ιδιότητα του χωροχρονικού ιδεώδους: την ισορροπία.
«Κάθε μικρή αλλαγή στις πορείες και τους κόμβους του χωροχρονικού ιδεώδους επιφέρει αυξανόμενες μεταβολές στο σύστημα, με τελικό αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας νέας, ολοκληρωμένης πιθανότητας» είχε πει κάποτε ο Μέγας Πάνκοσμος και απέδειξε στην πράξη, αργότερα, ο Αλέξανδρος Μέανδρος.
Αυτή η φράση είχε θεσπιστεί ως ο πρώτος, αναπόφευκτος νόμος περί υπόστασης από τις επιστημονικές κοινότητες σε όλα τα σύμπαντα της Πανείας. Έχοντας αυτό τον απαράβατο κανόνα στο μυαλό του, ο Έλαρχος εισήγαγε τον Αριθμό (με τη γεωμετρική/αλγεβρική μορφή με την οποία τον είχε περιγράψει ο Πάνκοσμος στις πρώιμες σημειώσεις του) στον αλλόκοτο οργανισμό που είχε κατασκευάσει.
Η Μνήμη έλαμψε και κάλυψε την κορυφή του ρίθιου όρους με ένα αρρωστημένο πράσινο-μωβ πέπλο. Η μοναδική, ακατανόητη φύση του Αριθμού Της Δημιουργίας ενεργοποίησε το άψυχο συνθετικό τέρας του Έλαρχου. Δε το ζωντάνεψε, αλλά του έδωσε ενέργεια. Τα κεφάλια τινάχτηκαν ξαφνιασμένα. Σπαρταρούσαν αγωνιζόμενα να ξεφύγουν από τους οδυνηρούς δεσμούς τους με τη Μνήμη. Ανοιγοκλείνανε τις τρύπες των ματιών και των στομάτων τους, προσπαθώντας να κόψουν τους ρυφονικούς αγωγούς. Από τις πληγές και τα κοψίματα στο νεκρό τους δέρμα ανέβλυζε τώρα γυαλιστερό μαύρο αίμα, το οποίο απλώθηκε, σχηματίζοντας ένα μικρό, σκοτεινό φωτοστέφανο γύρω από το πρόσωπο του Κάσσιου.
Τα μάτια του χάθηκαν. Από τη στιγμή που ολόκληρη η κατασκευή της Μνήμης άρχισε να περνάει στην πέμπτη διάσταση, ο Έλαρχος έχασε ένα μέρος από την επαφή του με τον τρισδιάστατο κόσμο. Το όνειρο τύλιξε τις αισθήσεις του. Ο κόσμος του είχε μόλις αλλάξει ανεπιστρεπτί.
«Στο Τέλος» ψιθύρισε ο άντρας, ατενίζοντας το νέο ορίζοντα.
Η ύπαρξη του σάριου σύμπαντος οφειλόταν στη μεταβολή της υπόστασης των σωματιδίων ανάμεσα σε μάζα και ενέργεια. Καθώς το πολυσύνθετο τέρας του Κάσσιου είχε πια φτάσει στην έκτη διάσταση κι έπρεπε να περάσει στην έβδομη διάσταση και στο πεδίο τιμών της, που είναι η όγδοη, ο βέβηλος επιστήμονας πήρε την τελευταία σημαντική απόφαση της πρώτης ζωής του.
Με όποιο ποσοστό της ύπαρξής του είχε απομείνει σκλαβωμένο ακόμα στις τρεις διαστάσεις, προχώρησε και στάθηκε δίπλα στον ψηλό, γυάλινο κύλινδρο της Μνήμης. Όρμησε μπροστά και αγκάλιασε με όλη του τη δύναμη τη γυάλινη δεξαμενή.
Η παχύρευστη, κιτρινωπή ουσία μέσα στη Μνήμη αναταράχθηκε. Το συνθετικό τέρας είχε ξεκινήσει να προσχωρεί στην έβδομη διάσταση. Το δέρμα και τα ρούχα του Κάσσιου κολλήσανε στο γυάλινο κύλινδρο. Η ουσία έπαιρνε αργά-αργά τη θέση των τοιχίων της Μνήμης και ο κύλινδρος άρχισε να λιώνει επάνω στον άντρα. Το τέρας πέρασε στην όγδοη διάσταση.
Από εκείνο το σημείο, πλέον, δε χρειαζόταν άλλα βοηθήματα. Με τον καιρό, το πλάσμα θα κατάφερνε να μετακινηθεί σε υψηλότερες διαστάσεις χρησιμοποιώντας μόνο τις δικές του δυνάμεις.
Έχοντας τη γνώση του θανάτου, της φωτιάς και της ανάμνησης, μπορούσε να αποκτήσει τη δύναμη να ταράξει τα θεμέλια των συμπάντων, να ξαναγράψει τις χρονογραμμές και να επαναϋπολογίσει τις πιθανότητες ολόκληρης της δημιουργίας. Να προσαρμοστεί κατά βούληση και να θέσει τον εαυτό του ως Πρώτη Αιτία για την ύπαρξη του σάριου σύμπαντος.
Αυτή τη διαστροφή επιθυμούσε ανέκαθεν, βαθιά μέσα στην καρδιά του, ο Κάσσιος Έλαρχος. Αυτό ήταν το όνειρο που θα του έδινε γαλήνη.
Δόξα. Ματωμένη, σκοτεινή, λαμπερή δόξα εις το όνομα της φυσικής αντίδρασης. Η αηδιαστική όψη της Μνήμης, ορόσημο για την ένδοξη πορεία εξέλιξης της Πανείας.
Μόνο από το πολύ σκοτάδι θα βγει το πολύ φως. Και ένα τέτοιο σκοτάδι έστεκε μεγαλόπρεπο στην κορυφή του ρίθιου όρους, αντιδρώντας στην ισορροπία της δημιουργίας και στην αγνότητα της φύσης.
Το φως της ζωής είχε κατασπαραχθεί από την ψυχωτική μαύρη μανία του θανάτου που δέσποζε με κοφτερή αγριότητα επάνω στα θρύψαλα της κοσμικής γαλήνης.
Το Ρτόφθερνο
Το όνομά του βύθιζε το σύμπαν σε θλίψη. Το μεγαλείο του Μίσους, φτιαγμένο από ψυχές νεκρές, βεβηλωμένα σώματα και ατέλειωτες αναμνήσεις πόνου. Φριχτό φως, λάμψη κακίας. Αυτό ήταν πια ο Κάσσιος Έλαρχος.
Το κάλυμμα της ψυχής του χάθηκε και το στήριγμα της καρδιάς του ράγισε κι έσπασε. Το σώμα του άντρα άνοιξε στη μέση και η μισητή μαύρη λάμψη του δοξασμένου Ρτόφθερνου έλουσε την κορυφή του ρίθιου όρους. Μαύρα, ατσάλινα αγκάθια ξεφύτρωσαν μέσα από το, φρεσκοανοιγμένο στα δύο, λιωμένο κορμί του άντρα.
«Στην Έναρξη» ψιθύρισε το Ρτόφθερνο, με όλα του τα νεκρά πρόσωπα και με το διαμελισμένο σάρκινο λείψανο του Κάσσιου Έλαρχου που κείτονταν, ξεψυχισμένο επάνω στο λιωμένο πυρήνα της Μνήμης.
Ένα με το τέρας. Αυτό ήταν στο τέλος ο Κάσσιος Έλαρχος. Ένα μέρος από τον εγκέφαλο της βλασφημίας που ορθωνόταν αλαζονική και απειλητική ενάντια στα σύμπαντα.

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Μέσα Από Τη Λάμψη

(Η ιστορία ανήκει στον κόσμο των παράλληλων συμπάντων, ο οποίος έχει τον προσωρινό τίτλο 'Πανκύριοι Κόσμοι'. Από καιρό είχα ετοιμάσει τα βασικά στοιχεία της Λάμψης. Σήμερα είχα την ευκαιρία να της αποδώσω περισσότερο βάθος και να την περιγράψω.
Η ύπαρξη παράλληλων συμπάντων δε γίνεται φανερή από την παρούσα ιστορία. Σκοπεύω, όμως, να γράψω περισσότερα επεισόδια για τη Λάμψη και να παρουσιάσω εκτενέστερα τον κόσμο γύρω της.)



Μέσα Από Τη Λάμψη

Παρ’ όλο που δεν είχε ιδέα αν στο τέλος θα πέθαινε ή αν θα γλύτωνε, του άρεσαν όσα συνέβαιναν. Ήξερε πως το όπλο λέιζερ με την κάνη στραμμένη στην καρδιά του ήταν φορτισμένο κι έτοιμο να τον στείλει στα κομμάτια. Αλλά, η γυναίκα που το κρατούσε είχε πολύ περισσότερο ενδιαφέρον.
Η περιβόητη ‘Λάμψη’. Κανείς δε γνώριζε το πραγματικό της όνομα. Η ίδια είχε ονομάσει έτσι τον εαυτό της και τα Μέσα το αναπαρήγαγαν. Μια γυναίκα που ακόμα και η αστυνομία δεν ήθελε να κυνηγήσει. Για χρόνια προσπαθούσαν να την πιάσουν. Και, στις ελάχιστες περιπτώσεις που κατορθώσανε να την πλησιάσουν έστω και για λίγο, αποδεικνύονταν ανίσχυροι να αντισταθούν στη γοητεία της. Με τον ίδιο τρόπο τα κατάφερε κι αυτή τη φορά και πήρε για όμηρο ένα νεαρό που έτυχε να συναντήσει στο δρόμο της καθώς έψαχνε τρόπο να ξεφύγει από την παγίδα που ήξερε ότι της είχανε στημένη.
Τον είδε που κοίταζε τη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου. Πλησίασε και του έπιασε συζήτηση. Όχι πολλή ώρα. Ένα λεπτό, το πολύ δύο. Δε χρειαζόταν πολλή ώρα για να του αποσπάσει την προσοχή. Στο μεταξύ, οι αστυνομικοί με πολιτικά γύρω της πλησίαζαν όσο πιο διακριτικά μπορούσαν και περιμένανε να απομακρυνθεί από το νεαρό για να μην υπάρξουν παράπλευρες απώλειες. Αλλά εκείνη το ήξερε φυσικά. Και στεκόταν όσο πιο κοντά του μπορούσε. Και, στην κατάλληλη στιγμή, καθώς εκείνος ετοιμαζόταν να φύγει, του είπε την αφοπλιστική ατάκα που είχε προσχεδιάσει.
«Έχεις ωραία μάτια.»
Αυτό ήταν. Τα απρόσμενα λόγια της, το λάγνο ύφος της και τα κατάξανθα μαλλιά της. Πώς θα μπορούσε να αμυνθεί απέναντι σε τέτοιου είδους εισβολή; Κι αν αυτά δε πετύχαιναν -πράγμα απίθανο- υπήρχε το αποκορύφωμα της γοητείας της: τα μάτια της. Γαλανά, ολογάλανα και φανταχτερά. Σα να μαζεύτηκε μέσα τους όλο το φως του γαλαξία και να στριφογύριζε γύρω από τις κόρες τους. Ίσως γι’ αυτό να της ταιριάζει τόσο το όνομα ‘Λάμψη’. Αυτό το πρόσωπο τον έκανε να χάσει τη γη κάτω από τα πόδια του.
Το σώμα της, μικροκαμωμένο, με θηλυκές καμπύλες και μια σκούρη μωβ δερμάτινη, γυαλιστερή στολή που το κάλυπτε ολόκληρο μέχρι το λαιμό, στον οποίο έκλεινε ερμητικά. Αυτό το σώμα έδιωξε το αίμα από το κεφάλι του. Ήταν τόσο ευάλωτος, σκλάβος στο έλεός της γοητείας της, που δε κατάλαβε αμέσως τι συνέβαινε. Όταν συνήλθε, εκείνη τον είχε αρπάξει με το αριστερό της χέρι από το λαιμό, είχε κρυφτεί από πίσω του και με το άλλο χέρι κρατούσε το όπλο που σημάδευε την καρδιά του.
Κι όμως, δεν ένιωσε φόβο. Δε μπορούσε να βρει ένα λόγο για να δραπετεύσει από την αγκαλιά εκείνης της υπέροχης γυναίκας. Σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε τον κατακόκκινο δορυφόρο, τον Ίρα, να λάμπει σαν ερωτικό πάθος στο νυχτερινό ουρανό. Μπροστά του, οκτώ αστυνομικοί με πολιτικά είχαν βγάλει τα όπλα τους και ψάχνανε ευκαιρία για να της ρίξουν. Εκείνη αγρίεψε και έσφιξε πιο δυνατά το λαιμό του νεαρού.
«Πίσω! Ακουμπήστε τα όπλα στο έδαφος και κάντε όλοι δέκα βήματα πίσω, αλλιώς θα πληγώσω την καρδούλα του μικρού από ‘δω» φώναξε θυμωμένη, με το γνωστό κυνισμό που τη χαρακτήριζε.
Εκείνος παρακαλούσε από μέσα του να την ακούσουν. Να μη την πυροβολήσουν και σκοτωθεί. Κι έτσι έγινε. Μετά από ένα λεπτό, οι δυο τους περιπλανιόταν στο λαβύρινθο από στενά μέσα στην παλιά αγορά, αναζητώντας κρυψώνα. Άνοιξε την πόρτα μιας παρατημένης αποθήκης και τον πέταξε μέσα. Σάρωσε τον περιβάλλοντα χώρο με το βλέμμα κι όταν βεβαιώθηκε πως δε τους ακολουθούσαν, μπήκε κι εκείνη μέσα. Τον κοίταξε βλοσυρά.
«Και, τώρα, βγάλε το σκασμό.»
Εκείνος μόνο την κοίταζε, με μεγάλα, αθώα μάτια. Δεν ήθελε να τη θυμώσει. Σύρθηκε προς το μέρος της, καθιστός όπως ήταν, για να έρθει πιο κοντά της. Αλλά οι κινήσεις του κάνανε θόρυβο και η γυναίκα τον χτύπησε, εξοργισμένη, στο πρόσωπο.
«Το σκασμό, είπα!» γρύλισε μέσα απ’ τα δόντια της.
Εκείνος μαζεύτηκε, χαμήλωσε το βλέμμα και δε ξανακουνήθηκε. Πόσες ώρες περιμένανε μέσα σε εκείνη την αποθήκη; Τρεις; Τέσσερις; Δεν έβγαλε ούτε άχνα, ακριβώς όπως τον είχε διατάξει. Μίλησε μονάχα όταν η ίδια του το επέτρεψε.
«Τι έψαχνες να αγοράσεις όταν σε συνάντησα έξω από το βιβλιοπωλείο;» τον ρώτησε.
Εκείνος απάντησε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.
«Βιβλία που βοηθούν στην καταπολέμηση των φόβων.»
Η γυναίκα ενοχλήθηκε ακούγοντας αυτό, αναλογιζόμενη τα όσα είχε περάσει ο νεαρός εξ’ αιτίας της. Εκείνος, όμως, σήκωσε το βλέμμα και με ένα γλυκό χαμόγελο την καθησύχασε.
«Δε μου χρειάζονται πια!»
Χωρίς να αντιλαμβάνεται τη σημασία των λέξεών του, η γυναίκα σηκώθηκε όρθια. Για ένα ολόκληρο λεπτό είχε το αυτί της κολλημένο επάνω στην πόρτα και τα μάτια της κλειστά.
«Σήκω» είπε τελικά.
Άνοιξε την πόρτα και σάρωσε ξανά την περιοχή με το βλέμμα.
«Μας χάσανε. Έλα, πάμε.»
Βγήκαν από το λαβύρινθο της παλιάς αγοράς και φτάσανε σε ένα πλατύ, ήσυχο δρόμο. Προχωρήσανε ως το κέντρο του και σταματήσανε. Η γυναίκα έριξε μια τελευταία προσεκτική ματιά γύρω της, προσπαθώντας να διακρίνει κινήσεις πίσω από το πέπλο της νύχτας. Κανείς. Είχε επιτέλους ξεφύγει. Κατέβασε το όπλο από την καρδιά του νεαρού και τον έσπρωξε μακριά της, τοποθετώντας το όπλο σε μία εσωτερική θήκη της στολής της.
«Εντάξει, αυτό ήταν» είπε ικανοποιημένη.
Γύρισε και τον κοίταξε, έχοντας στο πρόσωπό της το σαρδόνιο χαμόγελο για το οποίο ήταν φημισμένη.
«Πες τους ότι η Λάμψη στο σκοτάδι κρατάει για πάντα!» είπε τη φράση που έλεγε σε όλους τους ομήρους της.
Εκείνος απλά την κοίταζε. Δε προσπαθούσε να φύγει. Η γυναίκα τού γύρισε την πλάτη κι άρχισε να απομακρύνεται.
«Περίμενε» άκουσε να της λέει με ήρεμη φωνή. Σταμάτησε. Προσπάθησε να διαπιστώσει αν είχε ακούσει σωστά. Κανείς δε την είχε σταματήσει ποτέ. Όλοι τρέχανε τρομαγμένοι μακριά από τη στιγμή που τους άφηνε ελεύθερους.
Γύρισε και τον κοίταξε έκπληκτη.
«Τι θέλεις;»
Τα μεγάλα μάτια του ήταν κολλημένα στα δικά της.
«Πάρε με μαζί σου» της είπε.
Η γυναίκα γέλασε, αυθόρμητα και ειρωνικά.
«Γιατί να σε πάρω μαζί μου;» του είπε, συνεχίζοντας να γελάει, αποφασισμένη να κάνει λίγη πλάκα πριν εξαφανιστεί.
«Μου αρέσει όταν είμαι μαζί σου» είπε ο νεαρός.
Αυτό δεν ήταν και τόσο αστείο. Το γέλιο της μειώθηκε. Τώρα τον παρατηρούσε με απορία. Τα λόγια του ήταν απλές λέξεις. Δε θα έπρεπε να την επηρεάζουν τόσο πολύ. Κι όμως! Είχαν καταφέρει να ταρακουνήσουν, για μια στιγμή, τη βαριά, επιβλητική εικόνα λατρείας που η ίδια είχε για τον εαυτό της. Η ειλικρίνεια και η αθωότητα στη φωνή του ήταν ανίκητα στοιχεία. Πήρε με βία το βλέμμα της από πάνω του, έτοιμη να γυρίσει ξανά την πλάτη και να τρέξει μακριά.
«Παράτα με, μικρέ. Άντε να βρεις καμία στην ηλι-»
«Σε παρακαλώ.»
Σταμάτησε απότομα να μιλάει. Και να γελάει. Πώς ήταν δυνατόν, τόσο απλές λέξεις να έχουν τόση δύναμη;
Η αύρα που περιέβαλλε τα λόγια του ήταν ισχυρότερη από το περιεχόμενό τους. Όχι, δεν ήταν αύρα. Ήταν συναίσθημα. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ξανά, μετά από πολύ καιρό. Ο ‘μικρός’ την ήθελε στ’ αλήθεια. Έμεινε να τον κοιτάζει άφωνη, ανήμπορη πλέον για κυνισμό και ειρωνεία. Ένιωθε σχεδόν ανυπεράσπιστη.
Εκείνος έκανε λίγα βήματα προς το μέρος της κι έπεσε στην αγκαλιά της.
«Όταν είμαι κοντά σου δε φοβάμαι» ακούστηκε η νεαρή φωνή του ανάμεσα από τα στήθη της.
Η γυναίκα έκλεισε τα μάτια. Αγωνιζόταν με όλη της τη δύναμη να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Η Λάμψη δεν έπρεπε ποτέ να φανεί αδύναμη. Τον έσφιξε με δύναμη στην αγκαλιά της. Κι εκείνος το ίδιο.
Μείνανε για λίγο έτσι, ακίνητοι και αγκαλιασμένοι. Ο άνεμος περνούσε με δύναμη και βοή πάνω από τα σώματά τους. Έπαιρνε μαζί του τα κατάξανθα μαλλιά της, λαμπερά μέσα στο σκοτάδι του δρόμου.
Άνοιξε τα μάτια της. Είχε καταφέρει να μη κλάψει. Αλλά, για την καρδιά της ήταν πια αργά. Χτυπούσε ανεξέλεγκτα, σαν είκοσι χρόνια πριν. Έφερε τα χέρια της στο κεφάλι του και χάιδεψε τα μαλλιά του.
«Έλα» του είπε ψιθυριστά.
Τον άρπαξε από το χέρι και τρέξανε, χαθήκανε μαζί μέσα στη νύχτα.

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Η Ονειρεύτρια Των Ατελείωτων Ονείρων

(Η Ονειρεύτρια είναι εμπνευσμένη, αφιερωμένη και γραμμένη για την Ειρήνη Χαρίτου, για την ανέλπιστη βοήθεια που μου έδωσε, όσον αφορά τις ιστορίες μου, όταν ακόμη δεν είχα ιδέα ότι τη χρειαζόμουν.
Χάρη στην Ειρήνη άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως και να μην είμαι εντελώς εκτός τόπου και χρόνου στον κόσμο της συγγραφής. Κατάφερα να νιώσω λίγη ασφάλεια, ότι αυτό που έκανα όλα αυτά τα χρόνια όντως εξελίχθηκε και δεν ήταν μια καταδικασμένη απέλπιδη προσπάθεια που θα κατέληγε στην καταστροφή.

Για να αποδοθεί σωστά η έμπνευση, βασισμένη στον ξεχωριστό χαρακτήρα της Ειρήνης, χρειάστηκε να κάνω κάτι που δεν έχω κάνει ως τώρα: να γράψω μια ιστορία χωρίς στοιχεία τρόμου, φόβου, θανάτου, μίσους, σκότους, απογοήτευσης και απαισιοδοξίας.
Χρησιμοποίησα ένα ύφος γραφής που δεν έχω ξαναχρησιμοποιήσει. Αυτός είναι και ο λόγος που η ιστορία είναι τόσο μικρή. Δεν έχω μάθει να γράφω για χαρούμενους, ελπιδοφόρους, φωτεινούς κόσμους.
Δεν έχω ιδέα αν κατάφερα να αποδώσω σωστά το ύφος της ιστορίας. Ήθελα μόνο να αποτίσω ένα φόρο τιμής στο άτομο που μου έδωσε και μου δίνει τόσο πολύτιμη βοήθεια.) 



Η Ονειρεύτρια Των Ατελείωτων Ονείρων

Στο σημείο του ορίζοντα όπου η Φαντασία και η Λάμψη συναντώνται με το πιο ιδιόρρυθμο πάθος της Δημιουργίας βρίσκεται και κοιμάται η Ονειρεύτρια Των Ατελείωτων Ονείρων.
Ακίνητη, γαλήνια και εκθαμβωτική, ξαπλώνει στο πιο φωτεινό στερέωμα του ύψιστου ουρανού. Κανείς δεν έχει μάθει το χρώμα των ματιών της καθώς δε τα άνοιξε ποτέ˙ ποτέ δε ξύπνησε. Γεννήθηκε ονειρευόμενη και θα ζήσει ονειρευόμενη, η Ονειρεύτρια Των Λαμπερών Ονείρων.
Το σώμα της˙ αραχνοΰφαντο, κάτω από το λευκό πέπλο που τη σκεπάζει. Τα χέρια της σταυρωτά κάτω από το στήθος της κρατούν μια χρυσαφένια καρδιά. Και κάθε φορά που ένα όνειρο τελειώνει, η Ονειρεύτρια σφίγγει την καρδιά με δύναμη κι εκείνη μεγαλώνει.
Ως τώρα, τρεις φορές έχει μεγαλώσει η καρδιά, μία για κάθε δέκα χρόνια. Και σε οκτώ χρόνια ξανά τα όνειρα πάλι θα τελειώσουν και θα αρχίσουν μέσα στην ίδια στιγμή. Και μέσα σε κάθε στιγμή φωτός είναι που η γυναίκα ονειρεύεται μια ολόκληρη ζωή. Και είναι σαν ένα χνούδι από τα σύννεφα του ουρανού η κάθε μία ζωή που ονειρεύεται η Ονειρεύτρια Των Ακατόρθωτων Ονείρων.
Πόσες ζωές έχει ονειρευτεί σε αυτά τα χρόνια; Πόσους ουρανούς; Πόσους κόσμους; Πόσες ψυχές έχουν περάσει από την καρδιά  της και πόσοι άνεμοι έχουν χαλάσει τα μαλλιά της; Κι αν τα δέντρα, που ανάμεσά τους περιπλανιέται, είναι οι επιθυμίες της, τότε ο καταγάλανος ουρανός που στέκει από πάνω τους είναι η στοργή με την οποία αγκαλιάζει όσα εκείνη αγαπάει και όλα όσα την αγαπάνε. Κι όταν στέκεται χαμογελαστή στην κορυφή ενός βουνού, πιο πάνω κι απ’ τα αστέρια, εκεί είναι που αν απλώσει το χέρι της μπορεί να αγγίξει την ίδια της τη σκέψη και να φύγει σε καινούρια ζωή.
Το ίχνος του εαυτού της χαράσσει πίσω της τη φωτεινή της πορεία ανάμεσα στα όνειρα. Και η ενέργεια της ζωής της, της κάθε μίας ζωής της, την περικλείει σε κάθε της βήμα, κάθε της δημιουργία. Εκεί που είναι η θέση για το τέλος, η Ιρήνια βάζει πάντα μια νέα αρχή. Κι έτσι, οι κύκλοι των ονείρων της φτιάχνουν ένα σχήμα λαμπερό, ατέρμονο.
Πόσες ζωές έχει ζήσει, άραγε, η Ονειρεύτρια Των Ατελείωτων Ονείρων; 

Φλεγόμενος Ορίζοντας

(Η ιστορία είναι αφιερωμένη και γραμμένη για τον Αλέξανδρο Παστιρματζή. Το πρώτο, πρώτο άτομο που έδωσε αληθινή σημασία στις ιστορίες μου. Τον πρώτο που μου έδωσε βοήθεια και κίνητρο για να συνεχίσω να γράφω στην Κοσμοσύρια.
Με τον Αλέξανδρο μας συνδέει το Μέταλ. Η αγάπη μας για τις ιστορίες. Η τρέλα μας για RPG παιχνίδια. Και, τώρα, ο ίδιος είναι πλέον μέρος του Σκοτεινού Γαλαξία.
Άλεξ, σ' ευχαριστώ πολύ! Αν δεν ήσουν εσύ, κάποιες από τις ιστορίες της Κοσμοσύριας δε θα είχαν γραφτεί καθόλου.)


Φλεγόμενος Ορίζοντας

Είκοσι δύο χρόνια πριν από το περιστατικό του Αμηντίτ, το οποίο δίχασε την Τεχνοεκκλησία και επέφερε το Σχίσμα, οι Δέκα Χιλιάδες προσγειωνόταν στον κρυστάλλινο πλανήτη Μισία, στο αστρικό σύστημα του Ιμέμ.
Η ξεχωριστή αυτή ομάδα, με τα μέλη της προσεκτικά επιλεγμένα από τα τάγματα του στρατού των Νέων, είχε αναλάβει να αντιμετωπίσει τους Λευκούς Πειρατές, τους πιο διαβόητους λαθρεμπόρους νανοσκευασμάτων σε ολόκληρο το αστρικό σύστημα του Φιλσαμίρ.
Για δύο εβδομάδες συγκρούονταν αλύπητα οι δυνάμεις τους μέχρι που τα κύρια μάχιμα σώματα και των δύο πλευρών είχαν εξοντωθεί. Κουρασμένοι από τις επαναλαμβανόμενες μάχες, με το ηθικό διαλυμένο από το θάνατο παντού γύρω τους και τα φρέσκα πτώματα ως καθημερινή συντροφιά, οι διασκορπισμένοι εναπομείναντες πολεμιστές αναζητούσαν ο ένας τον άλλο.
Μια τελευταία μάχη. Αυτό ήταν το μόνο που τους έδινε δύναμη για να συνεχίσουν. Αυτό είχε απομείνει πια στη ζωή τους. Το όριο ανάμεσα στο σωστό και το λάθος είχε ξεθωριάσει μετά από δύο εβδομάδες ασταμάτητων σκοτωμών. Οι όροι ‘στρατιώτης’ και ‘λαθρέμπορος’ είχαν χάσει πλέον τη σημασία τους. Η δόξα που περίμεναν όταν προσγειωνόταν, ορθωμένοι και περήφανοι οι στρατιώτες της Μεγιδδούς, ήταν τα κομμένα κεφάλια των εχθρών τους. Ήταν οι λεπίδες στα ίδια τους τα χέρια, που στρίβανε βαθιά μέσα στα σπλάχνα των λαθρεμπόρων. Ήταν οι ριπές λέιζερ που έκαιγαν τα σώματα των Λευκών Πειρατών, εξαΰλωναν τα μάτια τους και άφηναν τα τσουρουφλισμένα τους πτώματα να πέσουν στο έδαφος ως άχρηστες σάρκινες μάζες, βιολογικά σκουπίδια που πριν λίγο ήταν σώμα και πνεύμα.
Από την άλλη πλευρά της σύγκρουσης, η κυριαρχία που ονειρευόταν οι Λευκοί Πειρατές στο σύστημα του Ιμέμ ήταν πια όχι μόνο χωρίς ελπίδες αλλά τώρα έπρεπε να αγωνιστούν ως τον τελευταίο, αν ήθελαν να συνεχίσουν να υπάρχουν ως οργάνωση. Η εμπροσθοφυλακή τους είχε θεριστεί, ο αρχηγός τους είχε στείλει μια ριπή λέιζερ ανάμεσα στα μάτια του και οι λίγοι που απέμειναν ήταν κυρίως μηχανικοί και επιστήμονες. Χωρίς ικανό πολεμικό δυναμικό, με μόνη τους ελπίδα την ανασύσταση της οργάνωσης και τη θέση του αρχηγού (την οποία ο καθένας ήθελε για τον εαυτό του) μετά το τέλος της μάχης, οι Λευκοί Πειρατές είχαν αποφασίσει να εξαλείψουν την απειλή που είχε προσγειωθεί στη Μισία πριν τους αφανίσει ολοκληρωτικά.
Καθώς το τέλος της μάχης ήταν κοντά και οι στρατοί ήταν ουσιαστικά αποδεκατισμένοι, ένα μεταγωγικό καμάτ πλησίαζε στο τελευταίο φυλάκιο, λίγες δεκάδες μέτρα μακριά από το αρχηγείο της βάσης Σόρλας. Μέσα στο, βαριά θωρακισμένο, όχημα βρισκόταν μόνο δύο άντρες από τους δεκαοχτώ που μπορούσαν να επιβιβαστούν συνολικά.
«Αυτό ήταν. Σταμάτησε πίσω από την αριστερή τσιμεντένια προεξοχή για να κρύψουμε το καμάτ» είπε ο Αλέξανδρος στο Φίμμερπο.
Ο Αλέξανδρος Μένειπος ήταν ταγματάρχης του σώματος ξηράς των Νέων και ο Φίμμερπος Τένσιος ήταν ένας απλός στρατιώτης. Όμως, οι βαθμοί στη Μισία είχαν πάψει από καιρό να ισχύουν, έστω και για την τιμή της ιεραρχίας. Τα παράσημα και τα διακριτικά στις στολές τους είχαν κρυφτεί, θαμμένα κάτω από το αίμα των εχθρών τους, λερωμένα από τα εντόσθια που με τα χέρια τους είχαν τραβήξει έξω από τις κοιλιές των πειρατών. Δεν υπήρχε χώρος για βαθμούς, περηφάνια ή τιμή, όταν εκσφενδόνιζαν τις διάτρητες λόγχες τους μέσα στα στόματα, στα γεννητικά όργανα και στα μάτια των λαθρεμπόρων.
Κανείς τους δεν ήθελε να το ομολογήσει, αλλά αυτό που τους κρατούσε ενωμένους τώρα πια ήταν ο φόνος. Το ένστικτο για επιβίωση είχε κρυφτεί. Δε τρέχανε για να ξεφύγουν. Δε ψάχνανε τρόπους για να αποφύγουν τη μάχη. Αντιθέτως, ανυπομονούσαν να σκοτώσουν ξανά. Μόνο έτσι θα τελείωνε αυτός ο εφιάλτης. Με περισσότερο εφιάλτη.
Κατεβήκανε από το σταθμευμένο όχημα και ετοιμάστηκαν να εισβάλλουν στο φυλάκιο. Ο Αλέξανδρος τοποθετούσε τα βραχέα εκρηκτικά στην πόρτα καθώς ο Φίμμερπος ατένιζε τον ουρανό.
Αφού τοποθέτησε το τελευταίο κομμάτι στο μικρό εκρηκτικό δίκτυο που είχε ετοιμάσει, ο ταγματάρχης κοίταξε το Φίμμερπο. Είχε ακόμα στραμμένο το βλέμμα του στον ουρανό και ήταν ανήσυχος.
«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε βιαστικά.
Ο Φίμμερπος, χωρίς να κατεβάσει το κεφάλι, απάντησε.
«Ο Ιμέμ. Είναι παράξενος σήμερα. Βλέπεις αυτό το πορτοκαλί δαχτυλίδι γύρω του;» είπε κι έδειξε προς το άστρο.
Ο Αλέξανδρος ύψωσε το βλέμμα.
«Ναι, το βλέπω. Τι έχει;» είπε χωρίς να έχει ιδέα από αστροφυσική.
Ο Φίμμερπος κάρφωσε το βλέμμα στον ταγματάρχη, παίρνοντας ένα πολύ σοβαρό ύφος.
«Δεν έπρεπε να είναι εκεί!» είπε και τα λόγια του ακούστηκαν σαν απειλή. Επανέφερε το βλέμμα στον ουρανό.
«Μελετάω το διάστημα σε όλη μου τη ζωή, Αλέξανδρε. Έχω πατήσει στο πέτρινο κέλυφος του κομήτη Πράϊου, δύο μέρες πριν συγκρουστεί με τα βουνά του Νούναμικ. Έχω υπολογίσει την κοσμική ροή και τη σκοτεινή συχνότητα του Κενάριου νεφελώματος. Αλλά, αυτό; Δεν έχω την παραμικρή εξήγηση ή πιθανολογία για το τι στα κομμάτια είναι.»
Ο Αλέξανδρος δυσκολευόταν να καταλάβει.
«Χρειάζεται οπωσδήποτε να είναι κάτι;»
«Η άγνοια είναι στ’ αλήθεια ευτυχία» σκέφτηκε ο Φίμμερπος. Αλλά, καθώς δεν ήξερε πράγματι τι συμπέρασμα να βγάλει για το άγνωστο αυτό φαινόμενο που λάμβανε χώρα γύρω από τον Ιμέμ, είπε μόνο αυτό για το οποίο ήταν σίγουρος.
«Ξέρω μόνο ότι αυτό το πράγμα δεν είναι καλό. Δε ξέρω τι είναι και τι κάνει εκεί, αλλά δε μου αρέσει καθόλου.»
Ο Αλέξανδρος έστρεψε στα γρήγορα τα μάτια προς την πόρτα του φυλακίου και ενεργοποίησε τον πυροκροτητή στο χέρι του. Η πόρτα έσκασε και τινάχτηκε προς τα μέσα.
«Αρκετό χρόνο χάσαμε. Ετοιμάσου» είπε στο στρατιώτη.
Με τα όπλα φορτισμένα τρέξανε στο διάδρομο του φυλακίου. Μέχρι να φτάσουν στην άλλη άκρη, μπροστά στα παράθυρα, συναντούσανε μόνο πτώματα.
«Μας πρόλαβαν άλλοι δικοί μας. Πάμε να ελέγξουμε το αρχηγ-» ξεκίνησε να λέει ο Αλέξανδρος, δείχνοντας το αρχηγείο μέσα από τα παράθυρα, αλλά δε πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του. Μια απρόσμενη σεισμική δόνηση τράνταξε την περιοχή.
Χάσανε κι οι δύο την ισορροπία τους και ξαπλωθήκανε στο πάτωμα.
«Έκρηξη;» ρώτησε ο Φίμμερπος, καθώς στηριζόταν στα γόνατα και σηκωνόταν όρθιος.
«Δε νομίζω» απάντησε ο Μένειπος που είχε ήδη κολλήσει στο παράθυρο, παρατηρώντας το αρχηγείο απέναντι. Χωρίς να πάρει το βλέμμα του από εκεί, συνέχισε.
«Κάτι είδα πριν ταρακουνηθούμε. Νομίζω πως στο αρχηγείο βρίσκεται ο ίδιος ο Σόρλας Τάναρ με τον εσώτερο κύκλο του.»
«Πάμε;» έκανε ανυπόμονος ο Φίμμερπος και ξεκίνησε να προχωράει προς την έξοδο.
«Όχι, περίμενε» τον σταμάτησε ο ταγματάρχης. «Αν ο Τάναρ είναι εκεί, ποιος ξέρει πόσους έχει μαζί του. Ας στήσουμε έναν εντοπιστή κινήσεων για να ελέγχει την πύλη του αρχηγείου κι ας περιμένουμε.»
Μετά από περίπου είκοσι λεπτά οι δυο πολεμιστές καθόταν μπροστά στην κονσόλα ελέγχου του φυλακίου, αναμένοντας το σήμα συναγερμού του εντοπιστή.
Δεν είχαν και πολλά να κάνουν για όση ώρα περιμένανε.
«Πού θα πας όταν τελειώσουμε από εδώ;» ρώτησε το στρατιώτη ο Αλέξανδρος. Δε τον ένοιαζε να μάθει στ’ αλήθεια. Ήθελε μόνο να πιστέψει ότι θα έφευγαν από εκεί στο τέλος. Είχε ανάγκη να ζήσει, για λίγο, μέσα σε ένα κόσμο όπου το τέλος δε θα ερχόταν σε ένα στενό φυλάκιο, ανάμεσα σε νεκρούς στρατιώτες, επάνω στον ξεχασμένο αυτό πλανήτη.
Ο Φίμμερπος είχε την ίδια ακριβώς ανάγκη. Δεν έχασε την ευκαιρία.
«Θα πάρω άδεια για δέκα μέρες, επιπλέον της τιμητικής φυσικά. Θέλω να επιστρέψω στο εργαστήριό μου, στο γραφείο μου. Εσύ;»
«Θα τρέξω στην κοπέλα μου. Ούτε θυμάμαι πια πόσο καιρό έχω να δω την Εύστη. Τρεις μήνες; Τέσσερις; Θα μείνω δίπλα της μέχρι την τελευταία μέρα αδείας!»
Η διάθεσή του είχε βελτιωθεί όσο σκεφτόταν την Εύστη. Για λίγες στιγμές η σκέψη του έφυγε μακριά από τα πτώματα, τους φόνους και τα λέιζερ. Η μοναδική εικόνα στο μυαλό του ήταν τα καστανά της μάτια. Τα κατακόκκινα, κοντοκουρεμένα μαλλιά της με το λεπτό ασημένιο πιαστράκι που τα μάζευε πίσω και σχημάτιζε μια μικρή κοτσίδα. Θυμήθηκε το χαμόγελό της και τα λεπτά, αχνά, δειλά ροζ χείλη της.
Παρασύρθηκε και, για λίγα δευτερόλεπτα, χαμογελούσε. Το βάρβαρο πολεμικό κτήνος είχε εξαφανιστεί μέσα του, έστω για λίγο.
Και, καθώς οι δυο άντρες ατενίζανε το μέλλον και την τόσο επιθυμητή ασφάλεια και την ηρεμία τους, ακούστηκε ο χαμηλός συναγερμός του εντοπιστή.
«Ο Σόρλας» είπε βιαστικά ο Αλέξανδρος και πετάχτηκε όρθιος, ετοιμάζοντας το όπλο του. Ο Φίμμερπος τον ακολούθησε σχεδόν αμέσως, ψάχνοντας για χειροβομβίδες ευρείου πλάσματος στις τσέπες του. Τα κτήνη είχαν επανέλθει και ήταν έτοιμα για περισσότερους σκοτωμούς.
Όρμησαν έξω από την ανατιναγμένη πύλη του φυλακίου και κολλήσανε στο πίσω μέρος του καμάτ, προσπαθώντας να φτάσουν σιγά-σιγά στην τσιμεντένια προεξοχή και να παρατηρήσουν τον εχθρό.
«Δε θα ήταν προτιμότερο να μέναμε μέσα και να τους πυροβολούμε από τα παράθυρα;» ψιθύρισε ο Φίμμερπος στον ταγματάρχη.
«Όχι. Τα αρχηγεία των Λευκών Πειρατών είναι πάντα εξοπλισμένα με ρουκετοβόλα για να ρίχνουν τα αεροσκάφη μας. Με μια βολή θα μας κάνουν σκόνη.»
«Τότε να πάρουμε το καμάτ» πρότεινε ο στρατιώτης.
«Φίμμερπε, σύνελθε! Ένα από τα πιο αποτελεσματικά όπλα των πειρατών είναι ο ηλεκτρομαγνητικός τους παλμός! Οι καταραμένοι οι Βοριστές τούς τον πουλάνε. Θα έρθει και για εκείνους η ώρα κάποτε.»
Σκέφτηκε στα γρήγορα και αποφάσισε.
«Πες μου πόσοι είναι. Θα χρησιμοποιήσουμε συστοιχία γυάλινων οίλων και θα τελειώσουμε εύκολα.»
Ο Φίμμερπος ξαφνιάστηκε.
«Μα οι γυάλινοι οίλοι είναι πειράματα ινσκ!»
Ο Αλέξανδρος την περίμενε τέτοιου είδους αντίδραση.
«Δεν είναι όλα τα πειράματα ινσκ αποτυχημένα, συνάδελφε.» είπε με ύφος.
Ο Φίμμερπος ήξερε πως δεν ήταν ώρα για συζήτηση. Έβγαλε το κεφάλι του έξω από τον τσιμεντένιο τοίχο κι έριξε μια γρήγορη ματιά στην πύλη του αρχηγείου, τρία δευτερόλεπτα πριν μια κίτρινη ριπή λέιζερ τον αναγκάσει να κρυφτεί ξανά.
«Τουλάχιστον δεκαπέντε.»
«Εντάξει» είπε ο Αλέξανδρος και άρχισε να ετοιμάζει τους οίλους. Απόθεσε στο χώμα, όσο πιο κοντά γινόταν στη γωνία του τοίχου, για να το δουν οι πειρατές όταν θα ήταν η ώρα, ένα μικρό σιδερένιο τρίποδα με μια γυάλινη σφαίρα κολλημένη επάνω, διαμέτρου το πολύ είκοσι εκατοστών. Πίεσε με δύναμη το επάνω μέρος της σφαίρας. Από διάφανη που ήταν, η σφαίρα πήρε ένα γαλάζιο-μωβ χρώμα. Μικρές, λεπτές κίτρινες φωτεινές κορδέλες αναδύθηκαν από το γυάλινο σώμα και το περιτριγύριζαν με μεγάλη ταχύτητα.
Οι δύο πολεμιστές τρέξανε αμέσως πίσω, στην ασφάλεια του φυλακίου. Κάθε ένα από τα ποδαράκια του τρίποδα εμφάνισε μια μικρή, στρογγυλή τρύπα από όπου άρχισε να αναδύεται γαλάζιος καπνός. Ο καπνός απλώθηκε γρήγορα σε μια έκταση σχεδόν κυκλική γύρω από τη συσκευή και είχε εμβαδό δεκατέσσερα τετραγωνικά μέτρα. Ήταν αδύνατο να μη τον προσέξουν οι πειρατές.
Δυνατά βήματα γέμισαν το χώρο έξω από το φυλάκιο. Αμέσως μετά, ομιλίες. Ησυχία. Και, ξαφνικά, τρομαγμένες φωνές. Ουρλιαχτά. Οι ήχοι που κάνουν τα σώματα όταν πέφτουν άψυχα στο έδαφος. Και, τέλος, σιωπή. Ο ιερός μανδύας του θανάτου.
«Ωραία. Αυτό ήταν» είπε ήσυχος ο Αλέξανδρος. «Τώρα, τρέχουμε στο αρχηγείο, καθαρίζουμε όσους έχουνε μείνει και στέλνουμε σήμα στους δικούς μας να έρθουν να μας πάρουν από εδώ.»
Έξω από το φυλάκιο είδανε τα αφυδατωμένα, άψυχα σώματα των λαθρεμπόρων. Ανάμεσά τους κι ο περιβόητος Σόρλας Τάναρ. Η συσκευή με τον τρίποδα έστεκε άχρωμη και, πλέον, άχρηστη στο κέντρο του μακάβριου κύκλου.
Μέσα στο αρχηγείο δε βρήκανε κανέναν άλλο. Ανακουφισμένοι, ακουμπήσανε τα όπλα σε μια άκρη και ο Φίμμερπος έθεσε την τηλεοθόνη στον καρπό του σε πλανητική εμβέλεια, έτοιμος να στείλει σήμα για αναφορά αποπεράτωσης αποστολής και ασφαλή μετάβαση πίσω στη Μεγιδδώ.
Δε πρόλαβε. Το έδαφος σείστηκε ξανά. Ξαπλώθηκαν και πάλι στο πάτωμα, ανάσκελα. Ο σεισμός σταμάτησε. Ξαφνικά, δυσκολευόταν πολύ να αναπνεύσουν. Πανικοβληθήκανε. Τρέξανε έξω από το κτίριο, αναζητώντας οξυγόνο. Ο ορίζοντας στο βάθος φλέγονταν. Ο ουρανός ήταν κατακίτρινος. Το οξυγόνο ανύπαρκτο. Πέσανε στα γόνατα, φοβισμένοι και απελπισμένοι. Πάλευαν για αναπνοή.
Με τα μάτια ορθάνοιχτα από τον τρόμο, κοιτάζανε τις φλόγες στο βάθος, που πλησιάζανε.
Πρώτος έφυγε ο Φίμμερπος. Το κουφάρι του έμεινε κοκαλωμένο με το πρόσωπο πεσμένο ίσια στο έδαφος και τα χέρια στο λαιμό του, από την αγωνία του να ανασάνει.
Ο Αλέξανδρος πρόλαβε να καλέσει την Εύστη από την τηλεοθόνη στον καρπό του. Ήταν ξαπλωμένος στο πλάι, με τα μάτια του καρφωμένα στην οθόνη.
«Αλέξανδρε; Αγάπη μου!» φώναξε χαρούμενη η κοπέλα όταν απάντησε στην κλήση και είδε το πρόσωπό του.
«Τελειώσατε, μωρό μου; Πότε επιστρέφεις;» ρώτησε πανευτυχής.
Δε μπορούσε να της απαντήσει. Μετά βίας έβρισκε τη δύναμη να παραμείνει ζωντανός. Ήθελε απλά να τη δει για μια τελευταία φορά.
Οι φλόγες πλησίαζαν. Το μόνο που τον κρατούσε ακόμα στη ζωή ήταν η εικόνα της, το πρόσωπο της. Τα μάτια της.
Προσπάθησε να χαμογελάσει. Αλλά οι μύες του παρέμειναν ανέκφραστοι. Οι φλόγες είχαν πια φτάσει. Για μια στιγμή, ακουγόταν οι ανήσυχες λέξεις της γυναίκας, το μπέρδεμά της, η φωτιά που έτριζε επάνω στο έδαφος.
Την επόμενη στιγμή, οι φλόγες τον πήρανε.
Δύο μήνες αργότερα, οι επιστήμονες της Μεγιδδούς είχανε καταλήξει: αστρικός νιχιλισμός. Μοναδικό, στο είδος του, φαινόμενο. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ο Ιμέμ είχε μεταλλαχθεί σε φασματικό άστρο. Σε ολόκληρο το σύστημά του, οι ατμόσφαιρες όλων των πλανητών κάηκαν μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Ένα ολόκληρο αστρικό σύστημα πέθανε μέσα σε μια στιγμή του κόσμου.
Αλλά, τα αστέρια του ουρανού είναι τόσα, ώστε πάντα να υπάρχουν μερικά ακόμη. Κι έτσι, η Μεγιδδώ επέστρεψε γρήγορα στην καθημερινότητά της. Ξέχασε τους Δέκα Χιλιάδες και συνέχισε την ζωή που ήδη είχε στο δικό της αστρικό σύστημα, το Φιλσαμίρ.
Μέχρι να έρθει, τριάντα δύο χρόνια μετά, η σειρά της στην καταραμένη πορεία του Σκοτεινού Γαλαξία.