Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

Νέα επίσημη σελίδα

Στις 14 Μαϊου 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο μου eBook, The Scanning, γραμμένο στα Αγγλικά.

Στις 22 Ιουλίου 2014 κυκλοφόρησε το δεύτερο eBook, Το Τελευταίο Δηλητηριώδες Άσμα Ενός Κόκκινου Κύκνου, γραμμένο στα Ελληνικά.

Η νέα επίσημη σελίδα μου είναι NZKoria.wordpress.com. Το παρόν blog θα παραμείνει online για λόγους αρχείου.

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Η Συμφωνία Του Εξάνδρου 1 - Καθαρό Φως


Η Συμφωνία Του Εξάνδρου 1 - Καθαρό Φως

Η αλαζονεία που προκύπτει από την προσωπικότητα των νοητικά ανεπτυγμένων όντων είναι το ίδιο στοιχείο που αναιρεί την ανεπτυγμένη νόησή τους. Στην περίπτωση του Εξάνδρου, η αλαζονεία έγκειται στη μανία για επικράτηση. Ξεκίνησε ως ανάγκη, συνεχίστηκε με τη μορφή επιθυμίας και ανήχθη σε εθισμό. Τελικά, έφτασε να γίνει μανία. Μανία για επιβολή και επικράτηση. Για να ξεχωρίσει κάποιος από το πλήθος, πρέπει να σηκωθεί υψηλότερα από εκείνο. Ο Έξανδρος αποφάσισε να σηκωθεί βάζοντας τα χέρια του επάνω στα κεφάλια και τα μυαλά των γύρω του, σπρώχνοντας τον εαυτό του προς τα επάνω. Γι’ αυτό και είναι δούλος του μυαλού του, αντί κυρίαρχος.
Η πρώτη πράξη της συμφωνίας του Εξάνδρου ήταν ο εξαγνισμός των άλλων. Ήθελε να ξεκινήσει ως ήρωας, ύψιστος και έντιμος. Αποφάσισε πως πρώτα θα εξάγνιζε τον κόσμο και μετά θα τον έσωζε. Μέχρι το μεσημέρι είχε ετοιμάσει όλα όσα χρειαζόταν στο κρησφύγετό του και το βράδυ, τέσσερα λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα, έσερνε κάτω από το κατώφλι της πόρτας του το πρώτο του θύμα. Θυρώπη το όνομά της. Η εμφάνισή της άνευ σημασίας, καθώς ο Έξανδρος πήρε εσκεμμένα ένα τυχαίο άτομο.
Ξύπνησε όρθια και δεμένη στον κεντρικό ξύλινο στύλο του κρησφύγετου. Υπήρχε παντού σκοτάδι, αλλά εκείνος μόλις άκουσε τις φωνές της βγήκε από το διπλανό δωμάτιο και άναψε αμέσως όλα τα φώτα. Εκείνη τον κοίταξε τρομοκρατημένη και άρχισε να φωνάζει ακόμα πιο δυνατά. Με ένα δυνατό χτύπημα στο πρόσωπο, ζαλίστηκε κι έχασε για λίγο τη δύναμή της.
Ο Έξανδρος την έλυσε από το στύλο αλλά την άρπαξε με το αριστερό του χέρι από το λαιμό, κρατώντας την όρθια στη θέση της. Αγαλλίασε, καθώς έβλεπε μέσα στα μάτια της γυναίκας. Ένιωθε στην καρδιά του την έναρξη της συμφωνίας του, το πρώτο του βήμα προς τον εξαγνισμό του κόσμου.
Δίπλα στο στύλο είχε από νωρίς τοποθετήσει μια μικρή συσκευή ηλεκτρονικής πυρακτώσεως, μέσα στην οποία είχε εναποθέσει μια μακριά, χοντρή βελόνα. Την πήρε στο ελεύθερο χέρι του και την έφερε μπροστά στο αριστερό της μάτι. Ολόκληρη η βελόνα έκαιγε και το χέρι του πονούσε, αλλά ήταν προετοιμασμένος να πληρώσει αυτό το τίμημα για το καλό του κόσμου.
«Οι λέξεις αποκεφαλίζουν την ασφάλεια» μονολόγησε με ψυχρότητα και ψυχραιμία. Ακουγόταν σα να απαγγέλει στον εαυτό του.
Η Θυρώπη προσπάθησε να πει κάτι αλλά ο Έξανδρος πρόλαβε να βυθίσει την πυρακτωμένη μεταλλική άκρη στο μάτι της, μετατρέποντας τις λέξεις της σε ουρλιαχτό, όπως αυτό του ζώου. Αμέσως άφησε τη βελόνα από το χέρι του και το χρησιμοποίησε για να της κλείσει το στόμα, επειδή οι κραυγές της τον αποσυντονίζανε. Η βελόνα είχε μείνει κρεμασμένη στον αέρα, με την άκρη της βουτηγμένη μέσα στην κόρη του ματιού της γυναίκας.
«Το ουρλιαχτό μέσα στο μυαλό έρχεται στα ξαφνικά, σπάει την άμυνα και εξαφανίζεται πάλι στα ξαφνικά» είπε εκείνος.
Πήρε το χέρι του από το στόμα της και, με ανοιχτή την παλάμη του, έσπρωξε το πίσω μέρος της βελόνας, χώνοντάς την ακόμα πιο βαθιά. Τώρα είχε φτάσει μέχρι τη μέση μέσα στο μάτι της και χάιδευε τη μεμβράνη του εγκεφάλου της. Προσπάθησε να τον δαγκώσει. Κατάφερε να γραπώσει τον καρπό του αριστερού χεριού του με τα δόντια της. Έβαλε όλη της τη δύναμη για να τον πονέσει, να τον κομματιάσει αν χρειαζόταν. Κατειλημμένος όμως από τη μανία του ο Έξανδρος αγνόησε τον πόνο.
«Οι ήχοι ενισχύουν τις λέξεις, τις διογκώνουν και συχνά τους δίνουν ψεύτικη δύναμη».
Ψύχραιμα και προσεκτικά, έσπρωξε περισσότερο την καυτή βελόνα κι εκείνη τρύπησε λίγα εκατοστά από τον εγκέφαλο της γυναίκας. Η Θυρώπη έχασε τον έλεγχο των μυών της. Τα μάτια της γυρίσανε, τα χείλη της μελανιάσανε απότομα και από το σφιγμένο λαρύγγι της βγήκε ένας πρωτάκουστος θόρυβος, σαν κάτι να πνίγεται στο εσωτερικό του σώματός της.
«Οι λέξεις που φέρουν ψεύτικη δύναμη, διαστρεβλώνουν το νόημα που περιέχουν.»
Ο άντρας, άπλωσε το δεξί χέρι του προς το ράφι κάτω από τη συσκευή πυρακτώσεως, αρπάζοντας ένα βαρύ, μεταλλικό σφυρί.
«Ο οργανισμός που φέρει την ψεύτικη δύναμη σκοτεινιάζει τον περίγυρό του, ταράζοντας τις ρίζες των περιβαλλόντων στοιχείων.»
Κατέβασε με δύναμη το σφυρί, σπρώχνοντας την υπόλοιπη βελόνα βαθιά μέσα στον εγκέφαλο της γυναίκας. Η βάση της βελόνας πήρε τη θέση της κόρης, κολλημένη επάνω στο βολβό του ματιού. Μέσα σε μια στιγμή το σώμα της Θυρώπης κοκάλωσε. Η λάμψη της ζωής της, βιασμένη από τη μανία του Εξάνδρου, πέθανε κάπου μέσα της, αφήνοντας τη γυναίκα κενή.
«Καθαρό φως» είπε. Αμέσως αντιλήφθηκε πως είχε μόλις συνθέσει το πρελούδιο της συμφωνίας του. Αντιστάθηκε στη συγκίνηση που προσπάθησε να τον κυριεύσει.
Φιλώντας τα μαυρισμένα χείλη της Θυρώπης, ο άντρας ελευθέρωσε το λαιμό της από τη γροθιά του. Βαρύ και σκληρό ως πέτρα, το πτώμα της ακούμπησε με ένα μουντό γδούπο το ξύλινο δάπεδο. Έμεινε να την κοιτάζει σιωπηλός για αρκετά δευτερόλεπτα. Το στομάχι του ανακατευόταν από το θέαμα. Αηδιασμένος, έφτυσε στον αέρα, γύρισε την πλάτη, άνοιξε την πόρτα του κρησφύγετου κι εξαφανίστηκε.
Την ίδια ημέρα ο Έξανδρος έφυγε σε διαφορετική πόλη. Είχε αποφασίσει πως θα επέστρεφε στο κρησφύγετό του μόνο για να ολοκληρώσει τη συμφωνία του. Μέχρι εκείνη την ώρα, όμως, θα χρησιμοποιούσε το χρόνο του για να σώσει τον κόσμο από το φόβο.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Το Τελευταίο Όραμα

(Ο Αλέξανδρος Παστιρματζής είναι ο δημιουργός του κόσμου που έχει ως κέντρο του το διαστημικό σκάφος StarGazer. Η ιστορία που ο ίδιος γράφει διαπραγματεύεται την επαφή του ανθρώπινου είδους με ξένες μορφές ζωής, κατά την άφιξη του StarGazer σε ένα μακρινό αστρικό σύστημα.
Το Τελευταίο Όραμα περιγράφει ένα γεγονός που έλαβε χώρα πολύ καιρό πριν από αυτή την άφιξη και κατέστη καταλυτικό για τη μετέπειτα τροπή των γεγονότων.
Δεν έχω πνευματικά δικαιώματα στη συγκεκριμένη ιστορία. Όλα τα στοιχεία που αναφέρονται είναι πνευματική ιδιοκτησία του Αλέξανδρου Παστιρματζή.)


Το Τελευταίο Όραμα
Χρονολόγιο Μηχανικού 4Α: Περίοδος 22 από 90, Δεύτερη Εποχή Κατοχής
Βρισκόμαστε στην τελευταία εβδομάδα κατασκευής του κυκλωνικού δικτύου. Ουσιαστικά το σύστημα είναι έτοιμο και οι ομάδες μηχανικών διορθώνουν σφάλματα λογισμικού και κενά ασφαλείας. Η μοναδική αξιόλογη προσθήκη που έγινε σήμερα ήταν τα φασματικά σήματα.
Είναι μεγάλη τιμή για μια μηχανικό ψηφιακών μετατροπών, όπως εγώ, να είμαι υπεύθυνη του τομέα ασφαλείας. Αυτό είναι πρακτικά το τελευταίο μου μήνυμα σε ό,τι αφορά την ολοκλήρωση του συστήματος προστασίας. Σε λίγες μέρες, η επίσημη ανακοίνωση της συμμαχίας των λαών του Βώρου και του Σιχέγιαντορ θα λήξει την Κατοχή και θα είμαστε και πάλι ελεύθεροι.
Το επόμενο μήνυμά μου από αυτό εδώ το εργαστήριο θα είναι χρονολογημένο σύμφωνα κατά το σύστημα της Εποχής Απελευθέρωσης.
Νιλαχίρα Ρεσπίσια, Α’ Μηχανικός Τέταρτης Ομάδας

Χαμογελαστή και ανυπόμονη, όπως συνήθως, η Νιλαχίρα έσβησε τον ηχογράφο της, αφήνοντας το μήνυμα να διατεθεί ελεύθερα στο κυκλωνικό δίκτυο. Σηκώθηκε από το γραφείο της και πήγε και στάθηκε -για άλλη μια φορά μέσα σε τόσο λίγη ώρα- μπροστά στο παράθυρο του εργαστηρίου, στο αγαπημένο της σημείο. Εκεί από όπου μπορούσε να θαυμάσει, ξανά και ξανά μερικούς από τους μεγάλους κόμβους του μεγαδικτύου που η Συμμαχία σε λίγες μέρες θα εγκαινίαζε επισήμως ως ‘κυκλωνικό δίκτυο’. Επρόκειτο για την τεχνολογική και ψηφιακή ένωση ανάμεσα στους λαούς ενός πλανήτη και του δορυφόρου του. Δύο ουράνια σώματα, δικτυακά και ψηφιακά συνδεδεμένα μεταξύ τους.
Η Κατοχή των ζαραντόριων, των κατοίκων του Βώρου, επί του δορυφόρου Σιχέγιαντορ έκλεινε την διακοσιοστή έκτη επέτειό της εκείνη την ημέρα. Για διακόσια έξι χρόνια οι κάτοικοι του μικρού αυτού δορυφόρου κρύβονταν, κλεισμένοι στις υπόγειες πόλεις τους. Στα πρώτα χρόνια της Κατοχής, τα πτώματα των σιχεγιαντόριων μπορούσε να τα συναντήσει κανείς στην επιφάνεια του δορυφόρου, σαπισμένα και στοιβαγμένα σε διάσπαρτα σημεία. Παρά το μεγάλο πληθυσμό τους, οι σιχεγιαντόριοι δεν αντιστεκόταν ευθέως στους ζαραντόριους. Ήταν μαθημένοι στον κλεφτοπόλεμο και τα καλυμμένα χτυπήματα. Λειτουργούσαν με κατασκόπους, απομονωμένους δολοφόνους και διπλούς πράκτορες.
Αυτός ήταν και ένας από τους σημαντικούς λόγους χάρη στους οποίους καταφέρανε τελικά να αναγκάσουν τους κατακτητές τους στο να σχηματίσουν τη Συμμαχία. Αν η έχθρα παρέμενε μεταξύ τους, οι αντιστεκόμενοι θα φτάνανε αργά ή γρήγορα στον ίδιο τον Αυτοκράτορα. Και, στα χρόνια εκείνα, στην αρχή της Κατοχής, το καθεστώς του Βώρου ήταν καθαρά στρατιωτικό. Η δολοφονία ενός υψηλόβαθμου στελέχους του στρατού -πόσο μάλλον του Αυτοκράτορα- θα ράγιζε την πειθαρχεία του στρατεύματος.
Με το πέρασμα των χρόνων, η αίσθηση της απολυταρχίας και η πειθαρχεία του στρατού αραίωναν. Είχαν πεθάνει τόσοι πολλοί στρατιώτες ώστε και οι δύο πλευρές είχαν κουραστεί να μετρούν κηδείες και πτώματα κάθε μέρα. Ανήσυχο το πολεμικό συμβούλιο πρότεινε στον Αυτοκράτορα το σχηματισμό συμμαχίας. Εκείνος δέχτηκε, καθώς φοβόταν για το ηθικό του στρατεύματος και για τη ζωή του, ανάμεσα στα άλλα.
Άλλος ένας λόγος για το σχηματισμό της Συμμαχίας ήταν η επανεμφάνιση της Βασιλείας στο Βώρο. Ο Κάρανος εμφανίστηκε προς τη μέση της Κατοχής και αποφάσισε να διεκδικήσει το θρόνο που χάσανε οι πρόγονοί του προ χιλιάδων ετών. Για να επικεντρωθεί στον πόλεμο εναντίον του Βασιλιά και των οπαδών του, ο Αυτοκράτορας αποφάσισε να τερματίσει την κατοχή του Σιχέγιαντορ, συμμαχώντας με το λαό του δορυφόρου.
Μαζί με τους διπλωμάτες του Σιχέγιαντορ ορίστηκε η επίσημη ημέρα ίδρυσης της Συμμαχίας. Από τότε, ο λαός του μικρού δορυφόρου κοιμόταν λίγο πιο ήσυχος. Η Κατοχή υπήρχε, φυσικά, αλλά μόνο τυπικά πια. Και η ημέρα της εκδήλωσης θα ήταν η τελευταία ημέρα Κατοχής. Καθώς φοβόταν για τη ζωή του, ο Αυτοκράτορας είχε παραμείνει ασφαλής στο Βώρο, αλλά στη θέση του είχε στείλει τους σημαντικότερους στρατηγούς και αξιωματικούς της Αυτοκρατορίας για να τον εκπροσωπήσουν. Όλοι γνωρίζανε πως το πρώτο ανακοινωθέν της Συμμαχίας θα ήταν το κοινό μέτωπο ενάντια στον επαναστάτη Βασιλιά. Και, πλέον, μετά από λίγο περισσότερο από διακόσια χρόνια συγκρούσεων, φόνων, πτωμάτων και φόβου, θα ερχόταν η ειρήνη στο αστρικό σύστημα του σαρμπάας.
Στεκόμενη μπροστά στο παράθυρο, παρατηρώντας τις αερικές δομές ανάμεσα στους κόμβους του κυκλωνικού δικτύου, η Νιλαχίρα αναλογιζόταν τον τρόπο με τον οποίο θα το χρησιμοποιούσαν οι λαοί της Συμμαχίας. Οι περισσότεροι θα παρέμεναν στις συνηθισμένες τους χρήσεις, καθώς το κυκλωνικό δίκτυο ήταν πρακτικά ο αντικαταστάτης του διαδικτύου. Αλλά οι δυνατότητές του ήταν πολύ μεγαλύτερες από απλή επικοινωνία και μεταφορά δεδομένων. Το κυκλωνικό δίκτυο είχε τη δυνατότητα να διατηρεί δεδομένα στη μνήμη του χωρίς να απαιτείται η διαρκής σύνδεση με τερματικά ή διακομιστές. Οι ίδιοι οι αγωγοί του ήταν αποθηκευτικά μέσα, με εξελιγμένες δυνατότητες υπολογισμών και αναλύσεων. Χωρίς να χάνει στο ελάχιστο την ταχύτητά του, το δίκτυο μπορούσε να μεταφέρει πληροφορίες ανάμεσα στο Βώρο και στο δορυφόρο του σε διάστημα λίγων δευτερολέπτων. Η δυνατότητα χιλιάδων ατόμων να δουλεύουν επάνω στην ίδια εργασία παρά την απόσταση που τους χωρίζει, επρόκειτο να εκτινάξει την τεχνολογική εξέλιξη της Συμμαχίας σε εντελώς νέο επίπεδο.
Ευχαριστημένη με τη νέα προοπτική του λαού της, η Νιλαχίρα ονειροπολούσε για το μέλλον και δεν άκουσε τον ήχο της πόρτας στο εργαστήριο, καθώς ο δάσκαλός της έμπαινε μέσα. Αναγνωρίσιμος από όλους τους μαθητές του για το καθημερινό, γαλήνιο ύφος του, ο δάσκαλος Μασθίας ήταν από τους τελευταίους ακόλουθους μιας παλιάς θρησκείας που ήρθε πριν από χιλιάδες χρόνια έξω από το αστρικό σύστημα του σαρμπάας.
«Καλησπέρα, Νίλι!» της είπε χαμογελαστά.
O Μασθίας ακολουθούσε τη σάρμα, την οποία περιέγραφε ως ‘πεδίο συναίσθησης’ σε όσους τον ρωτούσαν, αν και ποτέ του δε κατάφερε να αποδώσει ένα πληρέστερο χαρακτηρισμό. Λίγοι ενδιαφερθήκανε να μάθουν για την άγνωστη αυτή θρησκεία που ήρθε με τη σύγκρουση ενός σκάφους στην επιφάνεια του Σιχέγιαντορ πριν από μερικές δεκαετίες. Ο Μασθίας ήταν από τα ελάχιστα άτομα που διαβάσανε τα θρησκευτικά κείμενα που περιείχοντο στα δεδομένα του σκάφους και που αντιμετωπίσανε με σοβαρότητα το περιεχόμενό τους. Κατά καιρούς ο Μασθίας είχε μερικές καλές ιδέες που κυρίως αφορούσαν τη δουλειά του, οι οποίες υποστήριζε πως οφειλόταν στο ότι ακολουθούσε τη σάρμα. Κατά τα άλλα, η σάρμα ήταν απλά άλλο ένα στοιχείο του χαρακτήρα του που ενδιέφερε μόνο τον ίδιο, καθώς οι άλλοι το είχαν ξεχάσει.»
Κρατούσε στα χέρια του ένα κόκκινο, υφασμάτινο πλέγμα, από αυτά που συνηθίζανε να φορούν οι γυναίκες στις επίσημες εκδηλώσεις της πόλης, πριν από την Κατοχή.
«Πώς σου φαίνεται;» τη ρώτησε.
«Πολύ όμορφο. Για γυναίκα. Επάνω σου θα ήταν μια υπέροχη αποτυχία» τον κορόιδεψε εκείνη.
Ο άντρας χαμογέλασε και της το πέρασε γύρω από το λαιμό. Έκανε μισό βήμα πίσω και την περιεργάστηκε με τα μάτια.
«Το ήξερα ότι θα ήταν τόσο ωραίο επάνω σου!» είπε χαμογελαστός και ικανοποιημένος.
Η Νιλαχίρα χαμογέλασε.
«Ξέρεις τι λένε. Δεν υπάρχει τίποτα πιο θηλυκό από μια μηχανικό ψηφιακών που να ξέρει να προγραμματίζει ανθρακογονικές βόμβες!» αστειεύτηκε εκείνη κι έπιασε το πλέγμα γύρω από το λαιμό της.
«Ευχαριστώ. Είναι πολύ ωραίο» είπε. Κρατούσε στο χέρι της την άκρη του πλέγματος, καθώς μελετούσε τις ραφές του. Για τουλάχιστον δύο αιώνες δεν επιτρεπόταν τέτοιου είδους ενδυμασία. Και, τώρα, η Νιλαχίρα θα είχε επιτέλους το δικαίωμα να το φορέσει και μάλιστα στην επίσημη ημέρα απελευθέρωσης του πλανήτη της. Χάιδευε το πλέγμα στα χέρια της, καθώς περνούσαν από το μυαλό της πολλές δυσάρεστες στιγμές από την περίοδο της Κατοχής. Οι εκτελέσεις των γονιών της, η καταστροφή του σπιτιού τους. Πολλοί φίλοι και συγγενείς της είχαν εκτελεστεί από τους κατακτητές, ενώ άλλοι σκοτωθήκανε σε συμπλοκές στους δρόμους της πόλης. Ελάχιστα έμπιστα άτομα είχανε απομείνει πια στη ζωή της.
Έπεσε στην αγκαλιά του Μασθία, έτοιμη να κλάψει.
«Τελείωσε» του είπε με αδύναμη φωνή. «Επιτέλους, τελείωσε. Μετά από τόσα χρόνια, δυσκολεύομαι να το πιστέψω.»
Ο δάσκαλος την έσφιξε μέσα στα χέρια του και της χαμογέλασε.
«Ναι χαίρεσαι, κορίτσι μου. Μη κλάψεις για μία τέτοια μέρα. Για πρώτη φορά, εδώ και είκοσι δεκαετίες, έχουμε λόγο χαράς!»
Η Νιλαχίρα συνήλθε στα γρήγορα. Είχε δίκιο ο δάσκαλος. Ίσως, πάλι, η ίδια να ήθελε να κλάψει από χαρά, ποιος ξέρει.
Πήρε το σακίδιό της στο χέρι και πλησίασε την πόρτα του εργαστηρίου.
«Πηγαίνω στο θάλαμό μου, νύχτωσε. Η σημερινή μου καταχώρηση έχει γίνει, αν και δεν υπήρχε κάτι το σπουδαίο να αναφέρω. Καληνύχτα, δάσκαλε!»
«Καληνύχτα, Νίλι. Θα τα πούμε αύριο.»
Λίγο πριν ξαπλώσει για να κοιμηθεί, ο Μασθίας επιτέλεσε την καθημερινή του θρησκευτική τελετή, όπως όριζε η σάρμα. Κάθισε, οκλαδόν, στο πάτωμα του θαλάμου του με ένα μικρό δοχείο στο χέρι, γεμισμένο μέχρι επάνω με ελιξίριο. Το ελιξίριο της σάρμας. Ένα μείγμα αποτελούμενο σχεδόν ολόκληρο από καθαρό οινόπνευμα, αλλά με σημαντικές διαφοροποιήσεις χάρη στα δεκατέσσερα διαφορετικά επιπλέον συστατικά του. Μία μόνο σταγόνα μπορούσε να προκαλέσει κωματώδη κατάσταση στον οργανισμό ενός μη προετοιμασμένου ατόμου.
Σε όλα τα χρόνια που ο Μαθίας ακολουθούσε τη σάρμα, δεν είχε τολμήσει να πιεί περισσότερο από την πρώτη σταγόνα που είχε πιεί στην αρχή της δοκιμασίας του. Κάθε βράδυ, έφερνε τα χείλη του κοντά στο δοχείο, τα ακουμπούσε στο στόμιο και άφηνε τη γεύση του ελιξιρίου να τα κάψει. Το άρωμα του ελιξιρίου τον ζάλιζε και το κάψιμο στα χείλη έστελνε το μυαλό του και τη συναίσθησή του σε τερατώδη εγρήγορση. Συχνά ένιωθε τις πιθανότητες του μέλλοντος, αλλά σπανίως τολμούσε να τις ερμηνεύσει με το δικό του μυαλό. Πάντα, όμως, αυτά που συναισθανόταν τα συναντούσε τελικά μετά από λίγο ή πολύ καιρό στον κόσμο γύρω του.
Καθώς, εκείνο το βράδυ, το ελιξίριο έκαιγε για άλλη μια φορά τα χείλη του και το μυαλό του πέρασε στον κόσμο των πιθανοτήτων, ο Μασθίας ένιωσε για άλλη μια φορά το μέλλον. Αυτή τη φορά, η σάρμα, η ξεχασμένη αυτή θρησκεία που ήρθε από μακριά, θα έκανε κάτι παραπάνω από το να τον ταξιδέψει απλά σε στατιστικές μελλοντικές οδούς.
Ένιωσε την ημέρα της ανακοίνωσης της Συμμαχίας. Επάνω σε μια εξέδρα, στην πλατεία της πόλης, οι αξιωματούχοι και των δύο πλευρών δώσανε τα χέρια, περήφανοι μπροστά στο Έμβλημα του Σιχέγιαντορ, έτοιμοι να σταματήσουν το Βασιλιά. Πλήθος κόσμου χειροκροτούσε απο κάτω. Ένιωσε την ελπίδα του κόσμου για ειρήνη. Αμέσως, η συναίσθησή του σκοτείνιασε. Το δέρμα του πόνεσε, καθώς ένιωθε τα κομμένα κεφάλια του Βασιλιά και των οπαδών του, πεταμένα στην έρημο του Βώρου. Αισθάνθηκε προδοσία στην καρδιά του Αυτοκράτορα. Τρέλα. Τον ένιωσε να προδίδει, όχι μόνο το Σιχέγιαντορ, αλλά και το Βώρο, τον ίδιο του το λαό. Τα πτώματα, από όλες τις φυλές, τώρα καλύπτανε μεγάλη επιφάνεια και από τους δύο πλανήτες. Μετά από το τέλος των Βασιλικών, δε θα υπήρχαν άλλοι για να σταματήσουν τον τρελό Αυτοκράτορα. Ένιωσε φωτιά. Φλόγες καλύψανε το αστρικό σύστημα του σαρμπάας. Η μανία του Αυτοκράτορα επρόκειτο να αφανίσει το αστρικό τους σύστημα. Τα μάτια του Μασθία είχαν κοκκινίσει από την αποκάλυψη στην οποία ήταν μάρτυρας. Ανίκανος να κάνει την παραμικρή κίνηση, παρέμενε δούλος της συναίσθησης, για όσο η σάρμα τον κρατούσε μαζί της.
Η συναίσθηση του Αυτοκράτορα ξεθώριασε και η σάρμα έδωσε στο Μασθία τη συναίσθηση μιας άλλης πιθανότητας. Ένιωσε ένα αστέρι μακρινό, μικρό και αδιάφορο στον ουρανό του Σιχέγιαντορ. Ένιωσε την απελευθέρωση του σαρμπάας να έρχεται από εκείνο το αστέρι κι όχι από το δικό του σύστημα. Δέκα χιλιάδες ψυχές. Οι Βασιλικοί θα τους κρατούσαν ασφαλείς, μακριά από τα όπλα της Αυτοκρατορίας, που για άλλη μια φορά θα ανασταίνονταν, απειλώντας ολόκληρο το σύστημα σαρμπάας. Υπήρχε σκοτάδι μέσα στους δέκα χιλιάδες, αλλά υπήρχε και λύτρωση. Ένας ηγέτης που θα ένωνε τους Βασιλικούς και τους Δέκα Χιλιάδες, ενάντια στη νέα Αυτοκρατορία.
Ο Μασθίας κατάφερε νε ψιθυρίσει μερικές λέξεις μέσα στη ζάλη του.
«Ο Βασιλιάς πρέπει να ζήσει. Η Βασιλεία πρέπει να επιβιώσει. Ο Λυτρωτής Από Μακριά πρέπει να επιβιώσει.»
Βυθίστηκε πιο βαθιά στη συναίσθησή του. Ο Λυτρωτής Από Μακριά έπρεπε να δοκιμαστεί από νωρίς στη σάρμα. Έτσι θα τον ξεχωρίζανε οι άλλοι. Θα περνούσε μέσα από σκοτάδι και πόλεμο. Στο τέλος της πορείας του, τον κάλυπτε ατέλειωτο φως. Ο Μασθίας δε καταλάβαινε τι φως ήταν.
Η συναίσθηση του Λυτρωτή Από Μακριά ξεθώριασε κι εκείνη. Μια τελευταία φορά κράτησε η σάρμα το Μασθία μέσα της. Ένιωσε τις λέξεις, σχεδόν έβλεπε την εικόνα μπροστά του. Στον ουρανό του Σιχέγιαντορ, η άφιξη της ελπίδας είχε όνομα.
«Ο Αγναντευτής Των Άστρων» είπε εκστασιασμένος.
Μετά από αυτή τη συναίσθηση, η σάρμα τον εγκατέλειψε. Όσο κι αν προσπαθούσε να την ξαναβρεί μέσα στη νύχτα, ο Μασθίας δε κατάφερε να μάθει περισσότερα. Μετά από πολλή ώρα, κουρασμένος και ψυχικά ταλαιπωρημένος, έγειρε στο πλάι νυσταγμένος και αποκοιμήθηκε βαριά στο πάτωμα του θαλάμου του.
Το επόμενο πρωί τον ξύπνησε η Νιλαχίρα, χτυπώντας το κουδούνι του θαλάμου. Δε τον είχε βρει στο εργαστήριο, η ώρα περνούσε κι αποφάσισε να τον ψάξει. Ο Μασθίας άνοιξε την πόρτα, ζαλισμένος ακόμα και, χωρίς να της δώσει χρόνο να μιλήσει, έτρεξε προς το εργαστήριο.
Σε όλη αυτή τη διάρκεια απέφευγε να κοιτάξει τη Νιλαχίρα στα μάτια. Κάθισε στο γραφείο του και άρχισε να γράφει στο ηλεκτρονικό του ημερολόγιο.
Εκείνη τον πλησίασε ανήσυχη και του μίλησε ήρεμα.
«Δάσκαλε; Καλημέρα! Έγινε κάτι χθες;»
Ο Μασθίας εξακολουθούσε να μη την κοιτάζει. Μόνο έγραφε στο ημερολόγιό του, χωρίς σταματημό.
Η Νιλαχίρα πλέον είχε καταλάβει ότι επρόκειτο για κάτι κακό. Όταν ο δάσκαλός της ταραζόταν από καλά νέα, ξαφνικά έπασχε από την ασθένεια της πολυλογίας. Δεν ήταν έτσι εκείνη την ημέρα.
«Δάσκαλε. Φαντάζομαι πως κάτι πολύ κακό συνέβη. Μίλησέ μου και θα σε βοηθήσω όπως μπορώ» τού είπε, μιλώντας αργά και σιγανά, ενώ καθόταν δίπλα του.
Ο άντρας σταμάτησε για μια στιγμή να γράφει, κρατώντας όμως το βλέμμα του καρφωμένο στην οθόνη του ημερολογίου του. Δε κράτησε για πολύ η διακοπή. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, άρχισε πάλι να πληκτρολογεί μανιασμένα. Η Νιλαχίρα δεν ενδιαφερόταν να διαβάσει αυτά που γράφονταν, καθώς η ανησυχία της την κρατούσε επικεντρωμένη σε εκείνον.
«Δάσκαλε, δε γνωρίζω το λόγο, αλλά παρατηρώ πως ξαφνικά νιώθεις μόνος. Αναγνωρίζω αυτό το βλέμμα. Δεν είναι άγνωστο σε μένα αυτό το συναίσθημα. Πες μου τί συμβαίνει. Άφησέ με να σε βοηθήσω.»
Ο Μασθίας σταμάτησε ξανά να πληκτρολογεί. Χωρίς να πάρει τα μάτια του από το ημερολόγιο, με σταθερή και αργή φωνή μίλησε στη Νιλαχίρα.
«Μπορείς να ανακόψεις την πορεία του μέλλοντος;» τη ρώτησε με σοβαρότητα.
Το ερώτημα ήταν προφανώς ρητορικό, αλλά η Νιλαχίρα έδωσε έτσι κι αλλιώς την προφανή απάντηση.
«Όχι» είπε με φυσικότητα.
«Τότε δε μπορείς να με βοηθήσεις» απάντησε ο Μασθίας και τα δάχτυλά του επέστρεψαν στην ασταμάτητη πληκτρολόγηση.
Δεν ήξερε τί να κάνει για να τον συνεφέρει. Η αλλαγή επάνω του ήταν απότομη. Είχαν περάσει Μερικές ώρες από το προηγούμενο βράδυ. Δε μπορεί απλά να είχε αλλάξει έτσι η διάθεσή του. Καθισμένη δίπλα του, τον κοίταζε μοναχά. Βαθιά μέσα στα φοβισμένα μάτια του, διέκρινε απελπισία. Αποφάσισε να ρίξει μια ματιά στα κείμενα που έγραφε στο ημερολόγιό του. Δε καταλάβαινε τί διάβαζε. Επρόκειτο για μια ιστορία φαντασίας; Διάβαζε για την επιβίωση της Βασιλείας, την κατάρρευση της Αυτοκρατορίας και για κάποιο Λυτρωτή που θα έρθει από μακριά. Μπερδεμένα λόγια για το σαρμπάας, την καταστροφή του και τη σωτηρία του. Έμοιαζε με σενάριο φαντασίας, όπως στις ταινίες που παίζονταν στον κινηματογράφο. Αλλά, ακόμα κι έτσι, η κοπέλα δε μπορούσε να καταλάβει το λόγο για τον οποίο ο δάσκαλός της συμπεριφερόταν σα να βρισκόταν σε κρίση άγχους.
Στράφηκε ξανά στο Μασθίας. Το ύφος του δεν είχε αλλάξει, ούτε η ταχύτητα των δακτύλων του είχε μειωθεί. Πληκτρολογούσε διαρκώς, χωρίς καν να ελέγχει αυτά που έγραφε. Του σταμάτησε τα χέρια με το ζόρι. Δε πρόβαλλε αντίσταση. Μόνο έκλεισε τα μάτια του, επιμένοντας να αποφεύγει να την κοιτάξει.
«Μασθία, γνωρίζω εσένα, γνωρίζω το μυαλό σου και την καρδιά σου. Δεν είσαι μόνος σε ό,τι σε βασανίζει. Πες μου.»
Άνοιξε τα μάτια του. Κατακόκκινα, βουρκωμένα τώρα, την κοιτάζανε. Η Νιλαχίρα του έσφιξε τα χέρια για να τον κάνει να νιώσει ασφάλεια. Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του.
«Πες μου» του ξαναείπε.
Ο Μασθίας επέτρεψε στην απελπισία του να φανερωθεί.
«Πρέπει να καταστρέψω τη Συμμαχία» είπε κι έμεινε να την κοιτάζει.
Σχεδόν τρία τέταρτα μετά, η Νιλαχίρα προσπαθούσε ακόμα να καταλάβει.
«Άρα ο τωρινός Βασιλιάς θα έχει πεθάνει πριν έρθει αυτός που ανέφερες.»
«Ναι, ο Λυτρωτής Από Μακριά δε θα έρθει τώρα, στις μέρες μας.» εξήγησε ο Μασθίας.
«Θα έρθει αργότερα, δε ξέρω πόσο αργότερα, αλλά όχι όσο θα υπάρχει ο σημερινός Βασιλιάς. Ίσως να περάσουν πολλοί Βασιλιάδες από το Βώρο μέχρι να εμφανιστεί, πραγματικά δεν έχω ιδέα.»
«Δε μπορώ να καταλάβω γιατί είναι τόσο σημαντικό να ζήσει ο σημερινός Βασιλιάς» επέμενε η Νιλαχίρα, όπως έκανε για αρκετή ώρα πιο πριν.
«Σου είπα πως κανείς δεν εμφανίστηκε μετά την πτώση του Βασιλιά για να αντιμετωπίσει την Αυτοκρατορία. Ο σημερινός Βασιλιάς, ο Κάρανος, είναι η τελευταία ελπίδα της Βασιλείας στο Βώρο. Ο Αυτοκράτορας πρόκειται να τρελαθεί εντελώς! Δε χρειάζεται και μεγάλη προσπάθεια βέβαια, στην κατάσταση στην οποία ήδη βρίσκεται.»
«Δε μπορώ να πιστέψω ότι ο Αυτοκράτορας απλώς θα γίνει ο μέγιστος κύριος του σαρμπάας. Πάντα κάποιος επαναστατεί. Κάποιος θα τον ρίξει από την εξουσία αργότερα.» είπε εκείνη.
«Εμείς!» είπε με έντονο τρόπο ο Μασθίας. Σηκώθηκε από το γραφείο του και στάθηκε μπροστά στο παράθυρο του εργαστηρίου. Φαινόταν να έχει ξεπεράσει την απελπισία του και πλέον συζητούσε κανονικά.
«Εμείς είμαστε η επανάσταση!» είπε στην κοπέλα. «Μόνο που η μοίρα μας ζητάει να επαναστατήσουμε ενάντια σε μια τυραννία που ακόμα δεν ήρθε. Και μόνο πριν έρθει υπάρχει περιθώριο να τη σταματήσουμε.»
«Δάσκαλε, αντιλαμβάνεσαι πως η σάρμα βασίζεται στην πιθανολογία;» ρώτησε η Νιλαχίρα, προτείνοντας την πιθανότητα να μη γίνουν τα πράγματα έτσι όπως τα συναισθάνθηκε ο Μασθίας.
Εκείνος έγνεψε συγκαταβατικά προς το μέρος της.
«Έχω ήδη περάσει από αυτό το στάδιο. Προσπάθησα να σκεφτώ όπως εσύ. Αλλά, μετά θυμήθηκα. Η σάρμα δε μου δείξει δώσει ποτέ ως τώρα λάθος πιθανότητες. Δεν έχω καταλάβει πώς γίνεται, αλλά οι συναισθήσεις που είχα σε όσα χρόνια ακολουθώ τη σάρμα ήταν πάντα σωστές. Η σάρμα πάντα παραδίδει τις πιθανότητες με τα μεγαλύτερα ποσοστά πραγματοποίησης, με βάση τις πράξεις του παρόντος και του μέλλοντος.»
Κοίταξε έξω από το παράθυρο τους ογκώδεις κόμβους του κυκλωνικού δικτύου. Μια σκέψη γεννήθηκε στο μυαλό του μόλις τους αντίκρισε.
«Έχεις δίκιο να δυσκολεύεσαι να πιστέψεις. Ποτέ δεν είναι εύκολο, ούτως ή άλλως. Αλλά θα συμβεί. Αν ο Βασιλιάς πέσει, κανείς άλλος δε θα καταφέρει να αντισταθεί στη μανία του Αυτοκράτορα.»
Η Νιλαχίρα πήγε και στάθηκε μπροστά στον άντρα. Τον κοίταξε στα μάτια και θυμό κι έβγαλε από μέσα της αυτό που τη βασάνιζε όλη αυτή την ώρα.
«Ξέρεις ήδη ποιές θα είναι οι συνέπειες στο Σιχέγιαντορ, έτσι δεν είναι; Μετά από δύο αιώνες κατοχής, πρόκειται επιτέλους να έχουμε ειρήνη. Ειρήνη, που να με πάρει! Πόσο καιρό έχει να ακουστεί αυτή η λέξη για το λαό μας; Θα πάρουμε επιτέλους πίσω τον πλανήτη μας. Και, λίγο πριν τελειώσει ο εφιάλτης, ξαφνικά λες ότι πρέπει να διαλύσουμε το όνειρο που πρόκειται να έρθει. Να σταματήσουμε τη Συμμαχία, να την καταστρέψουμε αν χρειαστεί. Λες ότι δεν αρκούν δύο αιώνες σκλαβιάς. Μπορείς να φανταστείς ποιά θα είναι η αντίδραση του Αυτοκράτορα; Πώς θα υποφέρει ο λαός μας μετά από αυτό που θέλεις να κάνεις;»
Ο Μασθίας τα είχε σκεφτεί όλα αυτά. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος πόνος μέσα του, το ότι επρόκειτο να καταδικάσει τον πλανήτη του σε ακόμα χειρότερη κατοχή.
«Νομίζεις ότι δε γνωρίζω πως πρόκειται να θυσιάσω το λαό μας; Ο Σιχέγιαντορ θα υποφέρει ποιος ξέρει για πόσα χρόνια μέχρι να έρθει ο Λυτρωτής Από μακριά. Βρισκόμαστε μια ανάσα πριν από την απελευθέρωσή μας» η φωνή του έσπασε κι έγινε πιο θλιμμένη σε αυτό το σημείο «κι όμως, η Συμμαχία δεν αρκεί για να σωθεί ο πλανήτης μας. Νομίζεις ότι δεν αισθάνομαι ήδη σα μαζικός δολοφόνος; Πρόκειται να αποφασίσω τη μοίρα ενός αστρικού συστήματος. Δε μου αρέσει η ευθύνη που με βρήκε. Δε τη θέλω. Αλλά με βρήκε. Στέκεται μπροστά μου και περιμένει. Αν μείνω άπραγος, τότε είναι που θα έρθει το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα.»
Η Νιλαχίρα δε ξαναμίλησε. Προχώρησε προς την πόρτα του εργαστηρίου. Έριξε μια ματιά στο Μασθία και βγήκε έξω.
Μία ώρα μετά ο Μασθίας, μόνος του ακόμα, είχε αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα σταματούσε τη Συμμαχία. Ήταν γνωστό ότι στην ημέρα της εκδήλωσης οι ηγέτες των δύο πλευρών θα δίνανε τα χέρια μπροστά στο τεράστιο Έμβλημα του Σιχέγιαντορ. Το Έμβλημα δεν ήταν απλά ένα ηλεκτρονικό διακοσμητικό κατασκεύασμα. Ήταν φτιαγμένο από όπλα του αρχαίου εμφυλίου πολέμου. Η πρωτόγονη φύση των όπλων και κατ’ επέκταση του Εμβλήματος, ήταν που θα βοηθούσε το σχέδιό του.
Έκλεισε το ηλεκτρονικό του ημερολόγιο, αφού πρώτα συμπλήρωσε όσες λεπτομέρειες έκρινε ότι χρειαζόταν να διασωθούν. Πήρε το δίσκο του ημερολογίου και τον ακούμπησε επάνω στο γραφείο της Νιλαχίρας. Μετά, κάθισε στον πίνακα ελέγχου του κυκλωνικού δικτύου και ξεκίνησε τις μετατροπές.
Το βράδυ ήρθε και η Νιλαχίρα δε φάνηκε. Ο Μασθίας αποφάσισε να μη την περιμένει. Γύρισε στο θάλαμο του. Όπως κάθε βράδυ, έτσι κι εκείνο το βράδυ επιτέλεσε την τελετή της σάρμας. Δεν υπήρξε, όμως, ανταπόκριση. Όσο κι αν προσπαθούσε, η σάρμα τον είχε πλέον εγκαταλείψει. Δεν ήξερε αν έπρεπε να νιώσει απογοητευμένος ή ανακουφισμένος. Αποκοιμήθηκε, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, κρατώντας τον εαυτό του όσο πιο ήρεμο μπορούσε. Το πρωί θα ξεκινούσε η εκδήλωση για την ίδρυση της Συμμαχίας.
Όταν ξύπνησε, βγήκε από το θάλαμό του και κατευθύνθηκε αμέσως στην έξοδο του κτιρίου. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από κόσμο που έτρεχε να προλάβει την εκδήλωση. Από το σύστημα επικοινωνίας που ήταν προσκολλημένο στη στολή του έστειλε μήνυμα στη Νιλαχίρα να μείνει μακριά από τους επισήμους και την εξέδρα. Της ζήτησε να μη παραστεί καθόλου στην εκδήλωση, αν ήταν δυνατόν.
Καθώς κατευθυνόταν προς την πλατεία όπου θα λάμβανε χώρα η εκδήλωση, δε μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται τις παράπλευρες απώλειες. Μπαίνοντας στην πλατεία, πλησίασε όσο μπορούσε την εξέδρα. Η ασφάλεια γύρω από τους επίσημους δεν ήταν μεγάλη, μια και δε πιστεύανε πως θα είχε κανείς συμφέρον, από οποιαδήποτε πλευρά, να προκαλέσει προβλήματα σε μια τέτοια μέρα.
Όλα γίνανε πολύ εύκολα για εκείνον. Βρήκε καλό σημείο να σταθεί και κανείς δε τον υποψιαζόταν. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν η Νιλαχίρα τους είχε ειδοποιήσει για να του στήσουν παγίδα. Η σκέψη έφυγε γρήγορα από το μυαλό του. Παντού γύρω του υπήρχαν μοναχά χαμόγελα και χαρούμενες φωνές. Αυτή η ατμόσφαιρα έκανε εντονότερες τις ενοχές μέσα στην καρδιά του. Προσπάθησε να κλείσει τα αυτιά του, να μη δώσει σημασία στην ελπίδα του κόσμου που τον περιέβαλλε. Έστρεψε το βλέμμα του στην εξέδρα. Μια μικρή ομάδα αποτελούμενη από τους απογόνους των τελευταίων πολιτικών ηγετών του Σιχέγιαντορ είχε ανεβεί και ζήτησε από τους αξιωματικούς της Αυτοκρατορίας να τους ακολουθήσουν επάνω στην εξέδρα. Οι φωνές της πλατείας σβήσανε. Ο κόσμος επικέντρωσε την προσοχή του στους επισήμους της εξέδρας.
Οι αυτοκρατορικοί ανεβήκανε και ο κόσμος χειροκροτούσε και ζητωκραύγαζε. Πρώτη φορά ένιωθαν χαρά που τους είχαν μπροστά τους. Ο Μασθίας μόνο κοίταζε, αμίλητος κι ανέκφραστος. Κοιτούσε τους αυτοκρατορικούς επάνω στην εξέδρα και σκεφτόταν αυτό που θα γινόταν αν άφηνε τη Συμμαχία να σχηματιστεί κι όσα θα συνέβαιναν αν τους σταματούσε. Οι πιο σπουδαίοι στρατιωτικοί ηγέτες, πιστοί ακόλουθοι του μανιακού Αυτοκράτορα, βρισκόταν μαζεμένοι σε ένα σημείο. Ήταν ανέλπιστη ευκαιρία.
Πίσω από όλους τους επισήμους, δέσποζε μεγαλόπρεπο το Έμβλημα του Σιχέγιαντορ. Μια κατασκευή με ύψος δύο μέτρα και πλάτος ένα μέτρο. Όταν ο μεγάλος εμφύλιος πόλεμος των αρχαίων σιχεγιαντόριων τελείωσε, οι επιζήσαντες ορκιστήκανε να μην επιτρέψουν να ξαναπάθει παρόμοιο κακό ο πλανήτης τους. Μαζέψανε όσα όπλα είχαν απομείνει άθικτα από τον πόλεμο, τα απενεργοποιήσανε και τα αποσυναρμολογήσανε. Με τα κομμάτια τους φτιάξανε το μεγάλο Έμβλημα, ως σύμβολο αδελφικότητας ανάμεσά τους.
Στην κορυφή του Εμβλήματος είχε στηθεί ένας μεγάλος φωτεινός δίσκος, σύμβολο του άστρου σαρμπάας. Ο δίσκος στηριζότανε σε δύο χοντρά κυλινδρικά τμήματα, σύμβολα των δύο αντιμαχόμενων πλευρών του εμφυλίου πολέμου. Στη βάση όλων αυτών είχε σκαλιστεί ένα μεγάλο κρανίο, ως φόρος τιμής στους πεσόντες του εμφυλίου.
Ο Μασθίας έβαλε το χέρι του σε μία από τις εσωτερικές τσέπες της στολής του και έβγαλε από μέσα μια μικρή άσπρη συσκευή με μόνο ένα γαλάζιο, στρόγγυλο κουμπί επάνω. Κράτησε τη συσκευή μέσα στην παλάμη του χεριού του για να την κρύψει. Οι επίσημοι είχαν ήδη αρχίσει να μιλούν στο συγκεντρωμένο πλήθος. Αποφάσισε ότι, ως ελάχιστη ένδειξη σεβασμού προς τους δικούς του, θα τους άφηνε να τελειώσουν και θα περίμενε μέχρι να έρθει η σειρά των αυτοκρατορικών ομιλητών για να δράσει.
Και τότε την είδε. Η Νιλαχίρα βρισκόταν σε απόσταση ασφαλείας, μακριά από την πλατεία, φορώντας το κόκκινο ρούχο που εκείνος της είχε κάνει δώρο πριν από δύο μέρες. Τον κοίταζε. Δεν είχε ειδοποιήσει κανέναν. Διαφωνούσε με το σχέδιό του. Δεν ήξερε καν αν πίστευε στη σάρμα. Είχε όμως εμπιστοσύνη στην κρίση του δασκάλου της. Απλώς δεν ήθελε να πάρει μέρος στην αιτία για την οποία ο πλανήτης της θα υπέφερε περισσότερο από όσο του άξιζε.
Όσα αρνητικά συναισθήματα προσπαθούσε να συγκρατήσει από την προηγούμενη ακόμα μέρα ο Μασθίας, τον κυριεύσανε μέσα σε μια στιγμή μαζεμένα.
«Το βάρος του μέλλοντος είναι μέγιστο όταν στηρίζεται στους ώμους ενός» είπε μέσα του. Δάκρυα αρχίσανε να κατηφορίζουν στα μάγουλά του.
Είχε έρθει η σειρά των αυτοκρατορικών να πάρουν το λόγο επάνω στην εξέδρα. Ο Μασθίας το κατάλαβε, αλλά δεν έπαιρνε το βλέμμα του από τη Νιλαχίρα. Ήθελε να την κοιτάζει μέχρι την τελευταία στιγμή. Φαίνεται πως κι εκείνη ήθελε το ίδιο. Δε τον ένοιαζε αν οι γύρω του μπορούσανε να δουν τα κοκκινισμένα, από τις ενοχές και τα δάκρυα, μάτια του. Προσπαθούσε να συγκρατήσει όσο πιο έντονα μπορούσε την εικόνα της κοπέλας μέσα του. Οι ομιλίες της εξέδρας είχαν σβήσει στα αυτιά του. Το συγκεντρωμένο πλήθος γύρω του είχε σκοτεινιάσει. Ήταν έτοιμος.
«Για το μέλλον μας» ψιθύρισε μέσα από τα δάκρυά του και πάτησε το γαλάζιο κουμπί.
Ένας σύντομος, διαπεραστικός ήχος βγήκε από τους αγωγούς του κυκλωνικού δικτύου, στην περιοχή της πλατείας. Για μια στιγμή απλώθηκε σιωπή παντού. Γρήγορα, όμως, και χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία, ο αυτοκρατορικός που είχε λάβει το λόγο συνέχισε να μιλάει. Πολύ λίγα δευτερόλεπτα μετά, τριγμοί ακούστηκαν από το Έμβλημα του Σιχέγιαντορ. Οι τριγμοί δυναμώνανε διαρκώς, μέχρι που ολόκληρη η κατασκευή πυρακτώθηκε.
Τα όπλα από τα οποία ήταν κατασκευασμένο το Έμβλημα αποτελούνταν σε τεράστιο ποσοστό από κραμικό υλικό, δηλαδή πυριτικό σελήνιο σε στερεή κατάσταση. Το υψηλό φασματικό σήμα που ο Μασθίας έστειλε μέσω του κυκλωνικού δικτύου τάραξε τους μοριακούς δεσμούς των κραμικών υλικών και έσπασε τους περισσότερους. Πολλά μικρά κομμάτια του Εμβλήματος εκτοξεύτηκαν φλεγόμενα προς όλες τις κατευθύνσεις.
Πρώτοι σκοτωθήκανε όλοι όσοι ήταν παρόντες επάνω στην εξέδρα. Φλεγόμενα και διαμελισμένα τα πτώματά τους σωριάζονταν, άλλα μπροστά στο διαλυμένο Έμβλημα κι άλλα κάτω από την εξέδρα, ανάμεσα στο πλήθος. Πανικοβλημένος ο κόσμος προσπαθούσε να γλιτώσει, ουρλιάζοντας και ποδοπατώντας αφηνιασμένα οτιδήποτε υπήρχε μπροστά του.
Ο Μασθίας ήταν πεσμένος στο έδαφος. Μερικά θραύσματα τον χτυπήσανε στο στήθος και στα χέρια, ρίχνοντάς τον κάτω, σχεδόν λιπόθυμο. Μέσα από τις φλόγες και τις φωνές προσπαθούσε να εντοπίσει τη Νιλαχίρα. Τη βρήκε. Στεκόταν ακόμα το ίδιο μακριά, κρυμμένη αυτή τη φορά. Μόνο το πρόσωπό της προεξείχε από τη γωνία ενός κτιρίου, για να τον βλέπει.
Συγκράτησε αυτή την εικόνα. Γύρω του είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Ένιωσε κάτι βαρύ να πέφτει στα πόδια του. Αμέσως μετά ένιωσε έντονη ζέστη να καλύπτει το σώμα του. Πονούσε, αλλά ήταν έτοιμος να λιποθυμήσει και οι αισθήσεις του εξασθενούσαν. Έβαλε περισσότερη δύναμη να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά. Η Νιλαχίρα ήταν ακόμα εκεί. Την κοίταξε για όσο προλάβαινε, μέχρι που η ζέστη έφτασε στα μάτια του.
Εκείνη ήθελε να τρέξει κοντά του, να τον βοηθήσει, αν μπορούσε ακόμα και να τον σώσει. Αλλά δεν υπήρχε χρόνος. Σύντομα το χάος θα κυβερνούσε τους δρόμους. Έτρεξε πίσω στο εργαστήριο και κλειδώθηκε μέσα. Ακουμπισμένο στο γραφείο της είδε το δίσκο που ο δάσκαλός της είχε αφήσει. Είχε γράψει το όνομά της επάνω. Κάθισε στο γραφείο της, πήρε το δίσκο αγκαλιά, έχωσε το κεφάλι μέσα στα χέρια της κι έβαλε τα κλάματα.
Δε βγήκε από το εργαστήριο εκείνη την ημέρα, ούτε την επόμενη. Παραδόξως, δε την είχε ψάξει και κανείς. Ο Μασθίας είχε φροντίσει να διαγράψει πλήρως τα ίχνη του φασματικού σήματος της πλατείας, ώστε οι τεχνικοί να μη καταφέρνανε να το συνδέσουν με το δικό του εργαστήριο.
Την τρίτη ημέρα αποφάσισε να φύγει. Είχε επικοινωνήσει με κάποια πολύ έμπιστά της άτομα και θα τους συναντούσε για να προστατεύσουν την Προφητεία. Έτσι την είχε ονομάσει η ίδια. Το χάος των προηγούμενων ημερών είχε κοπάσει και ο κατοχικός στρατός ακόμα προσπαθούσε να ανασυνταχθεί, μετά από το χαμό τόσων σημαντικών ηγετών του. Ήταν η κατάλληλη χρονική στιγμή για εκείνη, να εξαφανιστεί.
Βγήκε στο δρόμο πριν πέσει η βαθιά νύχτα. Λίγα άτομα περπατούσαν έξω τέτοια ώρα αλλά και πάλι τα βήματά τους ήταν βιαστικά. Μπήκε στο προσωπικό της σκάφος και πέταξε προς την πιο μακρινή οροσειρά, πέρα από τα όρια της πόλης. Μαζί της είχε πάρει μερικά προσωπικά αντικείμενα του δασκάλου της, ανάμεσά τους και το ελιξίριο της σάρμας. Ο δίσκος από το ημερολόγιο του Μασθία ήταν προσεκτικά τοποθετημένος μέσα σε ένα διάφανο, ανθεκτικό, ατσάλινο περίβλημα.
Δεν ήξερε πόσα χρόνια θα περνούσαν μέχρι να εμφανιστεί ο Λυτρωτής Από Μακριά. Δεν ήξερε καν τί επιφύλασσε το μέλλον για την ίδια. Είχε αποφασίσει, όμως, ότι δε θα άφηνε τη θυσία του δασκάλου της να χαθεί μέσα στο χάος του χρόνου.